Βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή
ΑΡΧΕΙΟ -118- ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΘΕΛΗΣΗ – FIEDRICH NIETSCHE
Τελευταία θέληση
Να πεθαίνουμε έτσι,
όπως παλιά τον είδα να πεθαίνει-
τον φίλο, που βλέμματα και λάμψεις
θεϊκές έριχνε πάνω στη σκοτεινή νεότητά μου:
-ζωηρός και βαθύς,
ένας χορευτής μέσα στη μάχη-,
ο πιο χαρούμενος απ όλους τους πολεμιστές,
ο σοβαρότερος απ όλους τους νικητές,
πάνω στη μοίρα του στήνοντας μια μοίρα,
σκληρός, στοχαστικός, προβλεπτικός:-
τρέμοντας που νικούσε,
αλλαλάζοντας που, πεθαίνοντας, νικούσε:-
προστάζοντας την ώρα που πέθαινε,
-και πρόσταξε να τον αφανίσουν…
Να πεθαίνουμε έτσι,
όπως παλιά τον είδα να πεθαίνει:
νικώντας, αφανίζοντας…
Να πεθαίνουμε έτσι,
όπως παλιά τον είδα να πεθαίνει-
τον φίλο, που βλέμματα και λάμψεις
θεϊκές έριχνε πάνω στη σκοτεινή νεότητά μου:
-ζωηρός και βαθύς,
ένας χορευτής μέσα στη μάχη-,
ο πιο χαρούμενος απ όλους τους πολεμιστές,
ο σοβαρότερος απ όλους τους νικητές,
πάνω στη μοίρα του στήνοντας μια μοίρα,
σκληρός, στοχαστικός, προβλεπτικός:-
τρέμοντας που νικούσε,
αλλαλάζοντας που, πεθαίνοντας, νικούσε:-
προστάζοντας την ώρα που πέθαινε,
-και πρόσταξε να τον αφανίσουν…
Να πεθαίνουμε έτσι,
όπως παλιά τον είδα να πεθαίνει:
νικώντας, αφανίζοντας…
ΑΡΧΕΙΟ -116- RICARDO WALTHER OSCAR DARRE

Ο Ρίχαρντ Βάλτερ Νταρέ (Ricardo Walther Oscar Darré), 14 Ιουλίου 1895 - 5 Σεπτεμβίου 1953 υπήρξε από τους σημαντικότερους εθνικοσοσιαλιστές θεωρητικούς και αγωνιστές το έργο του οποίου αναδεικνύει τον βιοπολιτικό παράγοντα σαν βοηθητικό κλάδο στην Πολιτική Επιστήμη.
Ως κεντρικός άξονας των φυλετικών θεωριών του τίθεται τη Φύση και οι Φυσικοί νόμοι που η τήρησή τους αποτελεί την προϋπόθεση προόδου της εθνικής κοινότητας.
Ο Νταρέ γεννήθηκε στη συνοικία Μπελγκράνο (Belgrano) του Μπουένος Άιρες της Αργεντινής στις 14 Ιουλίου 1895. Ήταν γιός του Ρίχαρντ Όσκαρ Νταρέ (Βερολίνο 1854 - 1929) και της Εμίλια Λάγκεργκρεν (Emilia Berta Eleonore Lagergren), Γερμανοσουηδικής καταγωγής γεννημένης το 1872 στο Μπουένος Άιρες. Ο πατέρας Νταρέ εγκαταστάθηκε στην Αργεντινή το 1888 ως εκπρόσωπος της γερμανικής εταιρείας εισαγωγών - εξαγωγών Engelbert Hardt und Sie. Οι πρόγονοι του πατέρα του κατάγονταν από τη βόρεια Γαλλία και εγκαταστάθηκαν στη Γερμανία τον 17ο αιώνα (έτσι εξηγείται το γαλλικό όνομά του).
Η οικογένεια επέστρεψε στη Γερμανία το 1912. Ο νεαρός Βάλτερ, ωστόσο, επαναπατρίστηκε πολύ νωρίτερα (1904) και στάλθηκε σε σχολείο στη Χαϊδελβέργη. Σημαντικότερο, όμως, για την περαιτέρω εξέλιξή του στάθηκε το Γερμανικό Αποικιακό Σχολείο του Βιτσενχάουζεν (Witzenhausen), στο οποίο γράφτηκε το 1914, καθώς εκεί του κινήθηκε το ενδιαφέρον για τις αγροτικές δραστηριότητες. Δεν παρέμεινε εκεί περισσότερο από ένα εξάμηνο: Με το ξέσπασμα του Πολέμου κατατάχτηκε στο Γερμανικό στρατό σαν εθελοντής. Κατά τη διάρκεια της θητείας του τραυματίστηκε αρκετές φορές και με τον τερματισμό του Πολέμου θέλησε να επιστρέψει στην Αργεντινή και να ασχοληθεί με τη γεωργία η οικονομική κατάσταση, όμως, στην οποία βρισκόταν η χώρα του, είχε αντίκτυπο στο οικογενειακό εισόδημα, το οποίο δεν του επέτρεπε κάτι τέτοιο. Επέστρεψε στο Βιτσενχάουζεν για να συνεχίσει τις σπουδές του και κατάφερε να τον στείλουν, ως άμισθο βοηθό, σε αγρόκτημα της Πομερανίας.
Το 1922 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Χάλλε (Halle) απ' όπου αποφοίτησε με πτυχίο Γεωπόνου, εξειδικευμένου στην εκτροφή ζώων. Το ίδιο έτος νυμφέυτηκε την Άλμα Στάατ (Alma Staadt), φίλη της αδελφής του Ίλζε. Ο γάμος κράτησε μόνο πέντε χρόνια: Το ζευγάρι χώρισε το 1927, έχοντας αποκτήσει δύο κόρες, και ο Βάλτερ νυμφεύτηκε, σχεδόν αμέσως, την Σαρλότε Φράιν φον Βίτινγχοφ - Σελ (Charlotte Freiin von Viettinghoff-Schell) Ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή πολύ αργότερα (1929), καθώς εργαζόταν στην Ανατολική Πρωσσία και την Φινλανδία.
Ο νεαρός Βάλτερ γίνεται μέλος της "κίνησης των Αρταμάνων" (Bund Artam e.V.), ενός πατριωτικού λαϊκού κινήματος της νεολαίας, που δημιουργήθηκε το 1923 στο Μόναχο. Η συμμετοχή του σ’ αυτό το κίνημα είναι που αρχικά διαμόρφωσε την μετέπειτα ιδεολογία του. Το 1928 ο Νταρέ γράφει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Das Bauerntum als Lebensquell der nordischen Rasse (σε ελεύθερη απόδοση Οι χωρικοί ως η πηγή της ζωής της Βόρειας φυλής). Οι ιδέες που εξέφραζε στο βιβλίο του άσκησαν τεράστια επιρροή στον Χάινριχ Χίμλερ (μέλους, επίσης, των "Αρταμάνων"). Οι ιδεολογικές του τοποθετήσεις δεν άργησαν να τον φέρουν στους κόλπους του - ανερχόμενου ραγδαία - Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, του οποίου έγινε μέλος το 1930, αρχίζοντας εκστρατεία για την εθνική αφύπνιση των αγροτών.
Με την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία, ο Νταρέ διορίζεται Υπουργός Επισιτισμού και Γεωργίας, ενώ, επιπλέον, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της υπηρεσίας Rasse und Siedlungshauptamt (Υπηρεσία της Φυλής και της Εγκατάστασης), ενώ του αποδίδεται και ο τίτλος του Reichsbauernführer. Η θητεία του έληξε το 1942 για λόγους υγείας.
Ο Νταρέ συνελήφθη με τον τερματισμό του Πολέμου το 1945 και παραπέμφθηκε στην Δίκη των Διπλωματών (συνακόλουθη της Δίκης της Νυρεμβέργης). Στη δίκη αυτή απαλλάχτηκε για τις περισσότερες από τις απαγγελθείσες εναντίον του κατηγορίες (ιδιαίτερα αυτήν της γενοκτονίας), καταδικάστηκε, ωστόσο, σε επταετή φυλάκιση (1949). Αφέθηκε ελεύθερος το 1950 και εγκαταστάθηκε στο Μόναχο, όπου απεβίωσε το 1953 (5 Σεπτεμβρίου) από κίρρωση του ήπατος.
Κάποια από τα έργα του Darre:
Peasantry as Life-Source of the German Race (1928)
New Nobility from Blood and Soil (1929)
Pig as Criterion for Nordic Peoples and Semites (1933)
Πηγές:
ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΓΗ – Εκδόσεις ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΦΩΣ – Αθήνα 2001
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%AF%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%BD%CF%84_%CE%92%CE%AC%CE%BB%CF%84%CE%B5%CF%81_%CE%9D%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%AD
Ως κεντρικός άξονας των φυλετικών θεωριών του τίθεται τη Φύση και οι Φυσικοί νόμοι που η τήρησή τους αποτελεί την προϋπόθεση προόδου της εθνικής κοινότητας.
Ο Νταρέ γεννήθηκε στη συνοικία Μπελγκράνο (Belgrano) του Μπουένος Άιρες της Αργεντινής στις 14 Ιουλίου 1895. Ήταν γιός του Ρίχαρντ Όσκαρ Νταρέ (Βερολίνο 1854 - 1929) και της Εμίλια Λάγκεργκρεν (Emilia Berta Eleonore Lagergren), Γερμανοσουηδικής καταγωγής γεννημένης το 1872 στο Μπουένος Άιρες. Ο πατέρας Νταρέ εγκαταστάθηκε στην Αργεντινή το 1888 ως εκπρόσωπος της γερμανικής εταιρείας εισαγωγών - εξαγωγών Engelbert Hardt und Sie. Οι πρόγονοι του πατέρα του κατάγονταν από τη βόρεια Γαλλία και εγκαταστάθηκαν στη Γερμανία τον 17ο αιώνα (έτσι εξηγείται το γαλλικό όνομά του).
Η οικογένεια επέστρεψε στη Γερμανία το 1912. Ο νεαρός Βάλτερ, ωστόσο, επαναπατρίστηκε πολύ νωρίτερα (1904) και στάλθηκε σε σχολείο στη Χαϊδελβέργη. Σημαντικότερο, όμως, για την περαιτέρω εξέλιξή του στάθηκε το Γερμανικό Αποικιακό Σχολείο του Βιτσενχάουζεν (Witzenhausen), στο οποίο γράφτηκε το 1914, καθώς εκεί του κινήθηκε το ενδιαφέρον για τις αγροτικές δραστηριότητες. Δεν παρέμεινε εκεί περισσότερο από ένα εξάμηνο: Με το ξέσπασμα του Πολέμου κατατάχτηκε στο Γερμανικό στρατό σαν εθελοντής. Κατά τη διάρκεια της θητείας του τραυματίστηκε αρκετές φορές και με τον τερματισμό του Πολέμου θέλησε να επιστρέψει στην Αργεντινή και να ασχοληθεί με τη γεωργία η οικονομική κατάσταση, όμως, στην οποία βρισκόταν η χώρα του, είχε αντίκτυπο στο οικογενειακό εισόδημα, το οποίο δεν του επέτρεπε κάτι τέτοιο. Επέστρεψε στο Βιτσενχάουζεν για να συνεχίσει τις σπουδές του και κατάφερε να τον στείλουν, ως άμισθο βοηθό, σε αγρόκτημα της Πομερανίας.
Το 1922 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Χάλλε (Halle) απ' όπου αποφοίτησε με πτυχίο Γεωπόνου, εξειδικευμένου στην εκτροφή ζώων. Το ίδιο έτος νυμφέυτηκε την Άλμα Στάατ (Alma Staadt), φίλη της αδελφής του Ίλζε. Ο γάμος κράτησε μόνο πέντε χρόνια: Το ζευγάρι χώρισε το 1927, έχοντας αποκτήσει δύο κόρες, και ο Βάλτερ νυμφεύτηκε, σχεδόν αμέσως, την Σαρλότε Φράιν φον Βίτινγχοφ - Σελ (Charlotte Freiin von Viettinghoff-Schell) Ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή πολύ αργότερα (1929), καθώς εργαζόταν στην Ανατολική Πρωσσία και την Φινλανδία.
Ο νεαρός Βάλτερ γίνεται μέλος της "κίνησης των Αρταμάνων" (Bund Artam e.V.), ενός πατριωτικού λαϊκού κινήματος της νεολαίας, που δημιουργήθηκε το 1923 στο Μόναχο. Η συμμετοχή του σ’ αυτό το κίνημα είναι που αρχικά διαμόρφωσε την μετέπειτα ιδεολογία του. Το 1928 ο Νταρέ γράφει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Das Bauerntum als Lebensquell der nordischen Rasse (σε ελεύθερη απόδοση Οι χωρικοί ως η πηγή της ζωής της Βόρειας φυλής). Οι ιδέες που εξέφραζε στο βιβλίο του άσκησαν τεράστια επιρροή στον Χάινριχ Χίμλερ (μέλους, επίσης, των "Αρταμάνων"). Οι ιδεολογικές του τοποθετήσεις δεν άργησαν να τον φέρουν στους κόλπους του - ανερχόμενου ραγδαία - Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, του οποίου έγινε μέλος το 1930, αρχίζοντας εκστρατεία για την εθνική αφύπνιση των αγροτών.
Με την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία, ο Νταρέ διορίζεται Υπουργός Επισιτισμού και Γεωργίας, ενώ, επιπλέον, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της υπηρεσίας Rasse und Siedlungshauptamt (Υπηρεσία της Φυλής και της Εγκατάστασης), ενώ του αποδίδεται και ο τίτλος του Reichsbauernführer. Η θητεία του έληξε το 1942 για λόγους υγείας.
Ο Νταρέ συνελήφθη με τον τερματισμό του Πολέμου το 1945 και παραπέμφθηκε στην Δίκη των Διπλωματών (συνακόλουθη της Δίκης της Νυρεμβέργης). Στη δίκη αυτή απαλλάχτηκε για τις περισσότερες από τις απαγγελθείσες εναντίον του κατηγορίες (ιδιαίτερα αυτήν της γενοκτονίας), καταδικάστηκε, ωστόσο, σε επταετή φυλάκιση (1949). Αφέθηκε ελεύθερος το 1950 και εγκαταστάθηκε στο Μόναχο, όπου απεβίωσε το 1953 (5 Σεπτεμβρίου) από κίρρωση του ήπατος.
Κάποια από τα έργα του Darre:
Peasantry as Life-Source of the German Race (1928)
New Nobility from Blood and Soil (1929)
Pig as Criterion for Nordic Peoples and Semites (1933)
Πηγές:
ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΓΗ – Εκδόσεις ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΦΩΣ – Αθήνα 2001
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%AF%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%BD%CF%84_%CE%92%CE%AC%CE%BB%CF%84%CE%B5%CF%81_%CE%9D%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%AD
ΑΡΧΕΙΟ -115- ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΓΗ
ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΓΗ – Walther Darre
Εκδόσεις Απολλώνειο Φως - Αθήνα 2001
…Οι μεγάλοι άντρες είναι ένα κομμάτι του κληροδοτήματος της Φυλής μας μέσα στο πλαίσιο της φυλετικής τους συστάσεως…
…δεν μένει παρά να παραδεχθούμε ότι ποτέ δεν γεννήθηκε μια πραγματική διάνοια σε κάποιο λαό που να μην είχε κληρονομήσει κάποιες ιδιότητες από τους προγόνους της…
…Αν σήμερα είμαστε ικανοί σαν λαός, να πραγματοποιήσουμε ένα επίτευγμα, το οφείλουμε στις φυλετικές ιδιότητες οι οποίες ήταν ήδη παρούσες καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας μας. Και στο μέλλον θα είμαστε ικανοί να πραγματοποιήσουμε και να δημιουργήσουμε κάθε επίτευγμα που θα μπορεί να γίνει μέσω των γιών και των εγγονών μας…
…Αυτό που είμαστε και αυτό που μπορούμε να κατακτήσουμε σαν λαός το καθορίζει η εθνική μας σύσταση…
…Ο μόνος και πραγματικός πλούτος του λαού μας είναι η βιοψυχική δύναμή του. Τα υλικά αγαθά αυτού του κόσμου μπορούμε να τα απωλέσουμε μόνο σαν λαός ή άτομα μεμονωμένα. Αυτή η απώλεια δεν θα μας επιφέρει μεγάλες συνέπειες εφόσον προσπαθούμε να διατηρήσουμε αμόλυντη την βιολογική και ψυχική μας υγεία σαν έθνος ενωμένο, γιατί διατηρώντας την βιοψυχική μας δύναμη μπορούμε να ξαναποκτήσουμε, σε οποιαδήποτε στιγμή, τα χαμένα υλικά αγαθά…
…Το μόνο που διατηρεί και δίνει ζωή στους Λαούς με χιλιετή παράδοση είναι η βιοψυχική κληρονομική ικανότητά τους. Αυτά που έχουν τυχαία καθιερωθεί σε έναν λαό δεν είναι τίποτα. Η εθνική του σύσταση είναι το παν…
…Η μοίρα ενός λαού εξαρτάται από την φυλή στην οποία ανήκει…
…Οι άνδρες που είναι πραγματικά ικανοί να δημιουργήσουν μεγάλα έργα πρέπει να μάθουν να επιλέγουν Μητέρες που να τους εγγυώνται παιδιά άξια και ικανά να συνεχίσουν, να υπερασπιστούν και να τελειοποιήσουν αυτά τα έργα. Και οι αληθινά αξιόλογες γυναίκες, αν θέλουν πραγματικά να τις εκτιμούν και να τις σέβονται με ειλικρινή τρόπο, πρέπει να μάθουν να πληρούν την υπέρτατη αποστολή που τους ανέθεσε η Φύση: να είναι άξιες Μητέρες και Σύζυγοι…
___
Εκδόσεις Απολλώνειο Φως - Αθήνα 2001
…Οι μεγάλοι άντρες είναι ένα κομμάτι του κληροδοτήματος της Φυλής μας μέσα στο πλαίσιο της φυλετικής τους συστάσεως…
…δεν μένει παρά να παραδεχθούμε ότι ποτέ δεν γεννήθηκε μια πραγματική διάνοια σε κάποιο λαό που να μην είχε κληρονομήσει κάποιες ιδιότητες από τους προγόνους της…
…Αν σήμερα είμαστε ικανοί σαν λαός, να πραγματοποιήσουμε ένα επίτευγμα, το οφείλουμε στις φυλετικές ιδιότητες οι οποίες ήταν ήδη παρούσες καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας μας. Και στο μέλλον θα είμαστε ικανοί να πραγματοποιήσουμε και να δημιουργήσουμε κάθε επίτευγμα που θα μπορεί να γίνει μέσω των γιών και των εγγονών μας…
…Αυτό που είμαστε και αυτό που μπορούμε να κατακτήσουμε σαν λαός το καθορίζει η εθνική μας σύσταση…
…Ο μόνος και πραγματικός πλούτος του λαού μας είναι η βιοψυχική δύναμή του. Τα υλικά αγαθά αυτού του κόσμου μπορούμε να τα απωλέσουμε μόνο σαν λαός ή άτομα μεμονωμένα. Αυτή η απώλεια δεν θα μας επιφέρει μεγάλες συνέπειες εφόσον προσπαθούμε να διατηρήσουμε αμόλυντη την βιολογική και ψυχική μας υγεία σαν έθνος ενωμένο, γιατί διατηρώντας την βιοψυχική μας δύναμη μπορούμε να ξαναποκτήσουμε, σε οποιαδήποτε στιγμή, τα χαμένα υλικά αγαθά…
…Το μόνο που διατηρεί και δίνει ζωή στους Λαούς με χιλιετή παράδοση είναι η βιοψυχική κληρονομική ικανότητά τους. Αυτά που έχουν τυχαία καθιερωθεί σε έναν λαό δεν είναι τίποτα. Η εθνική του σύσταση είναι το παν…
…Η μοίρα ενός λαού εξαρτάται από την φυλή στην οποία ανήκει…
…Οι άνδρες που είναι πραγματικά ικανοί να δημιουργήσουν μεγάλα έργα πρέπει να μάθουν να επιλέγουν Μητέρες που να τους εγγυώνται παιδιά άξια και ικανά να συνεχίσουν, να υπερασπιστούν και να τελειοποιήσουν αυτά τα έργα. Και οι αληθινά αξιόλογες γυναίκες, αν θέλουν πραγματικά να τις εκτιμούν και να τις σέβονται με ειλικρινή τρόπο, πρέπει να μάθουν να πληρούν την υπέρτατη αποστολή που τους ανέθεσε η Φύση: να είναι άξιες Μητέρες και Σύζυγοι…
___
ΑΡΧΕΙΟ -113- ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ
ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ - Dr Otto Dietrich
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΗΛΙΟΦΟΡΟΣ - Αθήνα 1995
Έκδοση πρωτοτύπου 1939
…Τίποτε δεν είναι πιο αυτονόητο από το ότι η κρίση την οποία διερχόμαστε σήμερα, είναι αναγκαστικά και κρίση της Ατομικιστικής Φιλοσοφίας. Και όπως η ίδια η ζωή δημιουργεί νέους προσανατολισμούς, απομακρύνεται από τη θεοποίηση του ατόμου και ωθείται προς την Κοινότητα, το ίδιο πρέπει να συμβεί και στον πνευματικό βίο γενικότερα και στη Φιλοσοφία ειδικότερα, εάν βέβαια αυτή θέλει να συνεχίσει να υπάρχει και στη νέα ζωή…
…Εννοιολογικά, ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από το ότι ζει σε Κοινότητα με τους άλλους, και η ζωή του εκτυλίσσεται μόνο μέσα στους κόλπους της Κοινότητος…
…Τα πραγματικά δεδομένα που βρίσκουμε στον κόσμο δεν είναι άτομα-άνθρωποι, αλλά φυλές, λαοί, έθνη. Ο άνθρωπος ως άτομο είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας των Φυσικών Επιστημών. Αντικείμενο γνώσης, όμως, των Πνευματικών Επιστημών είναι μόνο ως μέλος μιας Κοινότητος μέσα στην οποία η ζωή του γίνεται πράξη και αναπτύσσεται πρακτικά…
…Η καθολική σκέψη τοποθετεί ως ανώτατη αρχή την Κοινότητα με τον ίδιο τρόπο που ο Εθνικοσοσιαλισμός θεωρεί όχι το άτομο ή την ανθρωπότητα αλλά το λαό ως το μόνο οργανικό σύνολο που υπάρχει στην πραγματικότητα…
…η ανάπτυξη των δημιουργικών δυνάμεων και αξιών της προσωπικότητος μέσα στην Κοινότητα και προς όφελος της Κοινότητος, είναι το εξέχον ουσιώδες χαρακτηριστικό της εθνικοσοσιαλιστικής ιδέας…
…η φυσική ελευθερία είναι η ελευθερία της προσωπικότητος του δημιουργικού για την κοινότητα ανθρώπου. Αυτήν την μοναδική αληθινή έννοια της ελευθερίας την είχε διδάξει ο Αριστοτέλης, ο οποίος αναγνώριζε την ελευθερία μόνο στο δημιουργικό άνθρωπο. Δημιουργικός μπορεί να είναι μόνο εκείνος, ο οποίος έχει συνείδηση των καθηκόντων του απέναντι στην κοινότητα, και ενεργεί σύμφωνα μ’ αυτά. Γι’ αυτό και η έννοια της ελευθερίας προϋποθέτει δέσμευση προς την Κοινότητα. Όποιος διαθέτει αυτό το αίσθημα της Κοινότητος και αναγνωρίζει τους ηθικούς του δεσμούς μ’ αυτήν, αυτός είναι ελεύθερος και αισθάνεται και τον εαυτό του ελεύθερο, γιατί η ελεύθερή του δράση δεν μπορεί ποτέ να κατευθύνεται εναντίον των κανόνων της Κοινότητος, αλλά βρίσκεται σε αρμονία μ’ αυτούς…
___
ΑΡΧΕΙΟ -112- Ο ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΣ – ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
Ο ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΣ
Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ' εγώ κι ο χτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,
πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης·
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
και με το καριοφίλι μου και με τ' απελατίκι
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.
Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,
και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ' αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω τη ασκήμια.
Είμ' ένα ανήμπορο παιδι που σκλαβωμένο το 'χει
το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι
δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει
το λόγο που δεν έρχεται, και μια ντροπή το δένει
Μα το τσεκούρι μοναχά στο χέρι σαν κρατήσω,
και το τσεκούρι μου ψυχή μ' ένα θυμό περίσσο.
Τάχα ποιός μάγος, ποιό στοιχειό του δούλεψε τ' ατσάλι
και νιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,
και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν' ανοίξω,
και μ' ένα Ναι να τιναχτώ, μ' ένα Όχι να βροντήξω;
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε
γκρικάω, βγαίνει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!
Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ' εγώ κι ο χτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,
πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης·
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
και με το καριοφίλι μου και με τ' απελατίκι
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.
Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,
και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ' αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω τη ασκήμια.
Είμ' ένα ανήμπορο παιδι που σκλαβωμένο το 'χει
το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι
δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει
το λόγο που δεν έρχεται, και μια ντροπή το δένει
Μα το τσεκούρι μοναχά στο χέρι σαν κρατήσω,
και το τσεκούρι μου ψυχή μ' ένα θυμό περίσσο.
Τάχα ποιός μάγος, ποιό στοιχειό του δούλεψε τ' ατσάλι
και νιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,
και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν' ανοίξω,
και μ' ένα Ναι να τιναχτώ, μ' ένα Όχι να βροντήξω;
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε
γκρικάω, βγαίνει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!
ΑΡΧΕΙΟ -109- Ο ΔΕΛΦΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ - ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
Ο ΔΕΛΦΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ
Τον κιθαρίσει κλυτόν παίδα μεγάλου Διός
ερώ σ’ άτε παρ’ ακρονιφή τόνδε πάγον ...
Εσένα τον κιθαριστή τον κοσμοξακουσμένο
θα ψάλω, του τρανού Διός Εσένα το βλαστάρι,
τα λόγια Σου τ’ αθάνατα θα τραγουδήσω, εκείνα
που φανερώνεις, ω Θεέ, για τους ανθρώπους όλους,
κοντά στο χιονοστέφανο το βράχο! Θα κηρύξω
το μαντικό τον τρίποδα πως όρμησες και πήρες,
τον τρίποδα, που ο δράκοντας ο επίβουλος κρατούσε
σφυρίζοντας, αλύπητος και πως με το δοξάρι
του τρύπησες το παρδαλό, το στριφογυρισμένο
κορμί! Και πως εκράτησες παράλυτο μπροστά Σου,
μ΄ όλη του την παλληκαριά, τον άπιστο Γαλάτη!
Του βροντερού Διός Εσείς πανώριες θυγατέρες,
που ορίζετε πυκνόδεντρο τον Ελικώνα, ελάτε,
και με τραγούδια, με χορούς, υμνείτε, διαλαλείτε
τ’ αδέρφι Σας το θεϊκό, το χρυσομάλλη Φοίβο.
Απάνου εκεί στου Παρνασσού τους δίκορφους στους θρόνους
στα κρυσταλλένια τα νερά της Κασταλίας προβάλλει
ανάμεσα στα Δελφικά τα πανηγύρια, αφέντης
του φημισμένου αυτού βουνού, του μαντικού του βράχου.
Και χαίρε, ω πολυδόξαστη, μεγάλη χώρα, Αθήνα,
της πολεμόχαρης θεάς λάτρισσα, ριζωμένη
σε γην απάνου ασάλευτη γι’ αυτή σου τη λατρεία!
Καίει των ταύρων τα μηριά στους ιερούς βωμούς Του
ο Ήφαιστος, και αραβικό θυμίαμα σκορπίζει
ψηλά ψηλά ως τον Όλυμπο μαζί με τη φωτιά Του.
Χίλια λαλήματα κι ο αυλός ο λυγερός κυλάει,
ύμνους κ’ η γλυκερόφωνη χρυσή κιθάρα απλώνει
των Αθηναίων ο λαός, Θεέ, Σε προσκυνάει!
Τον κιθαρίσει κλυτόν παίδα μεγάλου Διός
ερώ σ’ άτε παρ’ ακρονιφή τόνδε πάγον ...
Εσένα τον κιθαριστή τον κοσμοξακουσμένο
θα ψάλω, του τρανού Διός Εσένα το βλαστάρι,
τα λόγια Σου τ’ αθάνατα θα τραγουδήσω, εκείνα
που φανερώνεις, ω Θεέ, για τους ανθρώπους όλους,
κοντά στο χιονοστέφανο το βράχο! Θα κηρύξω
το μαντικό τον τρίποδα πως όρμησες και πήρες,
τον τρίποδα, που ο δράκοντας ο επίβουλος κρατούσε
σφυρίζοντας, αλύπητος και πως με το δοξάρι
του τρύπησες το παρδαλό, το στριφογυρισμένο
κορμί! Και πως εκράτησες παράλυτο μπροστά Σου,
μ΄ όλη του την παλληκαριά, τον άπιστο Γαλάτη!
Του βροντερού Διός Εσείς πανώριες θυγατέρες,
που ορίζετε πυκνόδεντρο τον Ελικώνα, ελάτε,
και με τραγούδια, με χορούς, υμνείτε, διαλαλείτε
τ’ αδέρφι Σας το θεϊκό, το χρυσομάλλη Φοίβο.
Απάνου εκεί στου Παρνασσού τους δίκορφους στους θρόνους
στα κρυσταλλένια τα νερά της Κασταλίας προβάλλει
ανάμεσα στα Δελφικά τα πανηγύρια, αφέντης
του φημισμένου αυτού βουνού, του μαντικού του βράχου.
Και χαίρε, ω πολυδόξαστη, μεγάλη χώρα, Αθήνα,
της πολεμόχαρης θεάς λάτρισσα, ριζωμένη
σε γην απάνου ασάλευτη γι’ αυτή σου τη λατρεία!
Καίει των ταύρων τα μηριά στους ιερούς βωμούς Του
ο Ήφαιστος, και αραβικό θυμίαμα σκορπίζει
ψηλά ψηλά ως τον Όλυμπο μαζί με τη φωτιά Του.
Χίλια λαλήματα κι ο αυλός ο λυγερός κυλάει,
ύμνους κ’ η γλυκερόφωνη χρυσή κιθάρα απλώνει
των Αθηναίων ο λαός, Θεέ, Σε προσκυνάει!
ΑΡΧΕΙΟ -105- ARNO BREKER
ARNO BREKER
(Γεννήθηκε στις 19 Ιουλίου 1900 στο Elberfeld – Πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου 1991στο Düsseldorf)
Ο Arno Breker ήταν Γερμανός γλύπτης, ο πιο γνωστός για τα δημόσια έργα του στη εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία.
Ο Breker γεννήθηκε στο Elberfeld, στο βόρειο τμήμα της Γερμανίας. Άρχισε να μελετά την αρχιτεκτονική και την ανατομία, και στην ηλικία των 20 ετών έγινε δεκτός στην ακαδημία των τεχνών του Düsseldolf των τεχνών όπου σπούδασε γλυπτική. Επισκέφτηκε αρχικά το Παρίσι το 1924. Εκεί συναντήθηκε με τους Jean Cocteau, Jean Renoir, Pablo Picasso, Ντάνιελ-Henry Kahnweiler, και τον Alfred Flechtheim.

Το 1927 ξαναγύρισε στο Παρίσι, το οποίο θεώρησε έκτοτε το σπίτι του. Έγινε αποδεκτός γρήγορα από τον έμπορο έργων τέχνης Alfred Flechtheim. Καθιέρωσε επίσης τις στενές σχέσεις με τους σημαντικούς ανθρώπους στον κόσμο τέχνης, συμπεριλαμβανομένων των Charles Despiau, Isamu Noguchi, του Maurice de Vlaminck και του André Dunoyer de Segonzac.
Ταξίδεψε στη Βόρεια Αφρική, από το ταξίδι αυτό επηρεάστηκε και δημοσίευσε το έργο με τίτλο «τυνησιακό ταξίδι». Επισκέφτηκε επίσης τον Aristide Maillol, ο οποίος επρόκειτο αργότερα να τον περιγράψει ως «Michelangelo της Γερμανίας».
Το 1932 βραβεύτηκε από το Πρωσικό Υπουργείο πολιτισμού κι έπειτα εγκαταστάθηκε στη Ρώμη για ένα έτος.
Το 1934 επέστρεψε στη Γερμανία. Ο Breker υποστηρίχθηκε από την εθνικοσοσιαλιστική ηγεσία της χώρας, ειδικά από τον Adolf Hitler και τον Albert Speer. Aνέλαβε τη διακόσμηση του Βερολίνου κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 καθώς είχαν εγκριθεί τα δύο γλυπτά που αντιπροσωπεύουν την αθλητική ανδρεία, το «Zehnkämpfer» και το «Die Siegerin».
Το 1937 ο Breker έγινε ο «επίσημος κρατικός γλύπτης», ο Hitler του παρείχε ένα στούντιο με 1000 βοηθούς, τον απάλλαξε επίσης από τη στρατιωτική υπηρεσία. Παντρεύτηκε την ελληνίδα Δήμητρα Μεσσαλά, με την οποία συνεργαζόταν μαζί της χρησιμοποιώντας την ως μοντέλο για τα έργα του. Εκείνη τη χρονιά εντάχθηκε και στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα.
Το 1942 συμμετείχε σε μια επίδειξη της εργασίας του στο κατεχόμενο Παρίσι εκεί ξανασυνάντησε τον Jean Cocteau, ο οποίος εκτίμησε την εργασία του.

Η νεοκλασσική φύση της εργασίας του απεικόνισε τα εθνικιστικά ιδανικά και ταίριαζε με τα χαρακτηριστικά της αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής.
Ο Breker ήταν καθηγητής των εικαστικών τεχνών στο Βερολίνο, μέχρι την πτώση του Τρίτου Ράιχ. Περισσότερο από 90% των δημόσιων έργων του καταστράφηκε από τους συμμάχους μετά από τον πόλεμο.
Το 1948 ο Breker στοχοποιήθηκε ως συνεργάτης των Εθνικοσοσιαλιστών και περιθωριοποιήθηκε από το κοικοβουλευτικό κατεστημένο της εποχής. Επέστρεψε στο Düsseldorf όπου και παρέμεινε, πηγαίνοντας όμως κατά περιόδους και στο Παρίσι. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου εργάστηκε ως αρχιτέκτονας. Εντούτοις, συνέχισε να δημιουργεί γλυπτά στο γνωστό κλασσικό ύφος του για λογαριασμό πελατών του. Δημιούργησε επίσης πολλά γλυπτά πορτρέτου. Πολλές άλλες δημιουργίες πορτρέτων ακολούθησαν συμπεριλαμβανομένων των Anwar Sadat και Konrad Adenauer. Η αποκατάσταση του Breker συνεχίστηκε, καταλήγοντας στα σχέδια για τη δημιουργία ενός μουσείου Breker, που χρηματοδοτήθηκε από την οικογένεια Bodenstein και κατασκευάστηκε το κάστρο Nörvenich, μεταξύ του Άαχεν και της Κολωνίας. Το μουσείο του Arno Breker εγκαινιάστηκε το 1985.
Η αποκατάσταση του Breker οδήγησε σε αντιδράσεις την Αριστερά και τους αντιεθνικιστικούς κύκλους με αποκορύφωμα τις ταραχές στο Παρίσι όταν εκτέθηκαν μερικές από τις εργασίες του στο κέντρο Pompidou το 1981.
Έργα του:
Portraits (mostly in bronze
Baron von Mirbach, 1920
Friedrich Ebert, Berlin 1924 (erster Staatsauftrag)
Walter Kaesbach, Düsseldorf, 1925
Artur Kaufmann, 1925
Herbert Eulenberg, 1925/26
Otto Dix, Paris 1926/27
Isamu Noguchi, Paris 1927
Hermann Kesser, 1927
Moissey Kogan, Paris 1927/28
Inge Davemann, 1928
Albert Lindgens, 1928
Walter Lindgens, 1928
Illa Fudickar, 1929
Robert Gerling, 1929
Arnold von Guilleaume, 1929
Jean Marchand, 1929
Mossey Kogan, 1929
H. R. von Langen, 1929
Alberto Giacometti
Isolde von Conta, 1930
Abraham Frohwein, 1930
Heinrich Heine, 1930
Edith Arnthal, 1930/31
Demetra Breker, 1931
Nico Mazaraki, 1931
Robert Valancey, Paris 1931
Prince Georg of Bavaria, 1932
Andreas von Siemens, Berlin 1932
Nina Bausch, 1933
Demetra Breker, 1933
Olga von Dahlgreen, 1933
Arthur Kampf, 1933
Victor Manheimer, 1933
Nora von Schnitzler, 1933
Robert de Valencay, 1933
Max Liebermann, 1934
Gottfried Bermann-Fischer, 1934
Max Baldner, 1934
Kurt Edzard, 1934
Graf von Luckner, 1934
Anne-Marie Merkel, 1934/35
Pütze von Siemens, 1934/35
Kurt Edzard, 1935
Anne-Marie Merkel, 1935
Pütze von Siemens, 1935/36
Carl Friedrich von Siemens, 1936
Leo von König, 1936
Joseph Goebbels, 1937
Paul von Hindenburg, 1937
Wolfgang Reindl, 1938
Adolf Hitler
Richard Wagner, 1939
Gerda Bormann (wife of Martin Bormann), 1940
Edda Göring (daughter of Hermann Göring), 1941
Albert Speer, 1941
Grete Speer (wife of Albert Speer), 1941
Bernhard Rust
Gerhart Hauptmann, 1942
Serge Lifar, 1942/43
Aristide Maillol, 1942/43
Alfred Cortot, 1942/43
Abel Bonnard, 1943
Wilhelm Kreis, 1943
Maurice de Vlaminck, 1943
Claude Flammarion, 1944
Gottfried Ude-Bernays, 1945
Johannes Bork, 1946
Lothar Albano Müller, 1950
Ludwig Hölscher, 1952
Gustav Lindemann, 1952
Wilhelm Kempff, 1953
Emperor Haile Selassie I of Ethiopia, 1955
Rolf Gerling, 1956
Hans Gerling
Friedrich Sieburg, 1961
Jean Cocteau, 1963
Jean Marais, 1963
Henry de Montherland, 1964
Marcel Pagnol, 1964
Roger Peyrefitte, 1964
Jeanne Castel, 1964
Paul Morand, 1965
Jacques Benoist-Méchin, 1965
Henry Picker
André Dunoyer de Segonzac, 1966
Marcel Midy
Ezra Pound, 1967
King Mohammed V of Morocco
Princess Ira von Fürstenberg
Louis-Ferdinand Céline, 1970
Salvador Dalí, 1974/75
Ernst Fuchs, 1976/77
Leopold Sedar Senghor, 1978
Anwar El Sadat, 1980
Ernst Jünger, 1981/82
Arno Breker, Selfportrait, 1991
Sculptures 1935–1945
Prometheus (1935)
Relief am Gebäude der Lebensversicherung Nordstern, Berlin (1936)
Der Zehnkämpfer fürs Olympia-Stadion, Berlin (1936, Silvermedal)
Die Siegerin fürs Olympia-Stadion, Berlin (1936)
Dionysos fürs Olympia-Dorf, Berlin (1936)
Der Verwundete (1938)
Der Rosseführer (1938)
Anmut (1938)
Fackelträger („Die Partei“) im Hof der Neuen Reichskanzlei (1939)
Schwertträger („Die Wehrmacht“) im Hof der Neuen Reichskanzlei (1939)
Der Wäger (1939)
Der Wager (1939)
Bereitschaft (1939)
Der Rächer (1940)
Kameraden (1940), Breker-Museum
Bannerträger (1940)
Abschied (1940)
Vernichtung (1940)
Opfer (1940)
Schreitende (1940)
Der Wächter (1941)
Psyche (1941)
Berufung (1941)
Der Künder (1942)
Der Sieger (1942)
Kniende (1942)
Eos (1942)
Flora (1943)
Reliefs
Der Genius (1938)
Der Kämpfer (1938)
Apollo und Daphne
Auszug zum Kampf (1941)
Aufbruch der Kämpfer (1940/41)
Der Rufer (1941)
Orpheus and Eurydice (1944, Breker-Museum)
Σχετικά με τον Breker: http://en.wikipedia.org/wiki/Arno_Breker
ΑΡΧΕΙΟ -104- Η ΛΗΘΗ - ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ
Η ΛΗΘΗ
Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι.
Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση•
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
α' στάξη γι' αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.
Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται...
A, δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.
Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι.
Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση•
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
α' στάξη γι' αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.
Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται...
A, δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.
ΑΡΧΕΙΟ -103- ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ - ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ
ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ
«Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαίαε
δώθε». – «Έχω ένα ανίψι, τον Ευκλέα,
τρία αδέρφια, γιό, πατέρα Ολυμπιονίκες•
να με αφήσετε πρέπει, Ελλανοδίκες,
και εγώ να καμαρώσω μέσ' στα ωραία
κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκειες.
Με τες άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια•
στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζη
με της αντρειάς τα αμάραντα προνόμια.
Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
ύμνος χρυσός του αθάνατου Πινδάρου».
«Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαίαε
δώθε». – «Έχω ένα ανίψι, τον Ευκλέα,
τρία αδέρφια, γιό, πατέρα Ολυμπιονίκες•
να με αφήσετε πρέπει, Ελλανοδίκες,
και εγώ να καμαρώσω μέσ' στα ωραία
κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκειες.
Με τες άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια•
στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζη
με της αντρειάς τα αμάραντα προνόμια.
Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
ύμνος χρυσός του αθάνατου Πινδάρου».
ΑΡΧΕΙΟ -102- ΠΑΤΡΙΔΑ - ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ
ΠΑΤΡΙΔΑ
Μάννα μου Ελλάδα, τι δεν είσαι τώρα
Σαν πρώτα ορθή, ψηλή στεφανωμένη
Με δάφνες, τι δεν είσαι με τα δώρα
Της αθάνατης Νίκης στολισμένη;
Αχ! πότε θάρθη, πότε θάρθη η ώρα
Να ματαστράψει η όψη σου η σβημένη
Και την ερημωμένη σου τη χώρα
Μ’ ελπίδα να φωτίσεις, ω αντρειωμένη;
Πατρίδα μου, σηκώσου. Ας λάμψει πάλι
Στον αιθέρα ψηλά το μέτωπό σου,
Και της Ελευθεριάς θα να προβάλει
Η μέρα και το θείο πρόσωπό σου
θα λάμπει σαν τον ήλιο της. Μεγάλη
Θα γίνεις κι αλλοιά τότε στον εχτρό σου.
Μάννα μου Ελλάδα, τι δεν είσαι τώρα
Σαν πρώτα ορθή, ψηλή στεφανωμένη
Με δάφνες, τι δεν είσαι με τα δώρα
Της αθάνατης Νίκης στολισμένη;
Αχ! πότε θάρθη, πότε θάρθη η ώρα
Να ματαστράψει η όψη σου η σβημένη
Και την ερημωμένη σου τη χώρα
Μ’ ελπίδα να φωτίσεις, ω αντρειωμένη;
Πατρίδα μου, σηκώσου. Ας λάμψει πάλι
Στον αιθέρα ψηλά το μέτωπό σου,
Και της Ελευθεριάς θα να προβάλει
Η μέρα και το θείο πρόσωπό σου
θα λάμπει σαν τον ήλιο της. Μεγάλη
Θα γίνεις κι αλλοιά τότε στον εχτρό σου.
ΑΡΧΕΙΟ -100- KNUT HAMSUN
Ο Knut Hamsun (4 Αυγούστου 1859 – 19 Φεβρουαρίου 1952) ήταν Νορβηγός λογοτέχνης, γνωστός για το αριστούργημά του «Ευλογία της γης», για το οποίο και τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1920. Άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς, όπως ο Μαξίμ Γκόργκι, ο Τόμας Μαν και ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, τον θεωρούσαν μεγάλο δάσκαλο. Εν γένει ο Χάμσουν έχει χαρακτηριστεί ως ηγετική φυσιογνωμία της νεορομαντικής εξέγερσης και θεμελιωτής της σύγχρονης λογοτεχνίας. Τα παιδικά του χρόνια ήταν φτωχικά και σκληρά. Στα 15 του άρχισε το μεγάλο του ταξίδι διασχίζοντας τη Νορβηγία, ενώ συνάμα ασκούσε διάφορα επαγγέλματα. Ομοίως περιπλανήθηκε δύο φορές στις ΗΠΑ, με το βιβλίο να τον συντροφεύει σε κάθε του βήμα. Το 1888 επέστρεψε και εγκαταστάθηκε στην Κοπεγχάγη. Το 1909 παντρεύτηκε τη Μαρί Άντερσεν, η οποία και στάθηκε δίπλα του σε όλη του τη ζωή. Η επίδραση που φαίνεται να άσκησαν πάνω του ο Γιάκομπσεν, ο Στρίνμπεργκ, ο Νίτσε και ο Ντοστογέφσκι τον έκανε να απορρίψει τον νατουραλισμό. Το 1890 έγινε γνωστός με το μυθιστόρημά του «Η πείνα», που καταπιάνεται με τα ψυχολογικά αποτελέσματα του λιμού. Η καθιέρωση του έργου οφείλεται στις διεισδυτικές αναλύσεις που κάνει στον ψυχισμό των ηρώων του, οι οποίοι είναι άνθρωποι ελεύθεροι, ιδιόρρυθμοι, αντικοινωνικοί και έντονοι. Τέτοιοι ήρωες εμφανίζονται σε έργα όπως: Μυστήρια (1892), Ο Παν (1894), Βικτωρία (1898), Κάτω από τα φθινοπωρινά άστρα (1906), Ένας αλήτης παίζει με σουρντίνα (1909). Η κατοπινή καριέρα του κινήθηκε κυρίως γύρω από τους κοινωνιολογικούς προβληματισμούς του. Σε βιβλία όπως Παιδιά της εποχής τους (1913) και το Χωριό Σέγκελφος (1915), ο Χάμσουν καυτηρίασε την τάξη πραγμάτων που είναι αποκομμένη από τις ρίζες της και πρόβαλλε έναν παραδοσιακό τρόπο ζωής. Στην Ευλογία της γης (1917) ύμνησε τον χωρικό, τον πρωτόγονο άνθρωπο, που η κοσμοθεωρία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ίδια τη φύση.
Ο Hamsun υπήρξε αντίθετος με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό και τον κομμουνισμό και στάθηκε θερμός υποστηριχτής της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας και συνεργάστηκε με την κυβέρνηση Vidkun Quisling των εθνικοσοσιαλιστών της πατρίδας του. Μετά από μια συνεδρίαση με τον Joseph Goebbels το 1943, του απέστειλε σαν δώρο το μετάλλιο του βραβείου Νόμπελ με το οποίο είχε τιμηθεί το 1921.
Μετά τον θάνατο του Hitler ο Hamsun έγραψε μια νεκρολογία στην κύρια νορβηγική εφημερίδα Aftenposten, περιγράφοντας τον ως «πολεμιστή για την ανθρωπότητα» ενώ ο προπαγανδιστικός μηχανισμός των νικητών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οργάνωσε σε όλες τις δυτικές χώρες δυσμενές κλίμα εναντίον του Hamsun που οδήγησε πλήθος επηρεασμένου κόσμου όχι μόνο να επιστρέφουν ομαδικά τα βιβλία του στον Hamsun αλλά και να τα καίνε δημόσια στις Νορβηγικές πόλεις!
Καταδικάστηκε και ταλαιπωρήθηκε για τις εθνικιστικές ιδέες του, οι διώκτες του προσπάθησαν επίμονα για την ψυχική και πνευματική του κατάρρευση.
Πηγές:
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%84_%CE%A7%CE%AC%CE%BC%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BD
Άρθρο του Γιώργου Πισσαλίδη στην εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος της 1/3/2009
Περιοδικό PATRIA τεύχος 16
Ο Hamsun υπήρξε αντίθετος με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό και τον κομμουνισμό και στάθηκε θερμός υποστηριχτής της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας και συνεργάστηκε με την κυβέρνηση Vidkun Quisling των εθνικοσοσιαλιστών της πατρίδας του. Μετά από μια συνεδρίαση με τον Joseph Goebbels το 1943, του απέστειλε σαν δώρο το μετάλλιο του βραβείου Νόμπελ με το οποίο είχε τιμηθεί το 1921.
Μετά τον θάνατο του Hitler ο Hamsun έγραψε μια νεκρολογία στην κύρια νορβηγική εφημερίδα Aftenposten, περιγράφοντας τον ως «πολεμιστή για την ανθρωπότητα» ενώ ο προπαγανδιστικός μηχανισμός των νικητών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οργάνωσε σε όλες τις δυτικές χώρες δυσμενές κλίμα εναντίον του Hamsun που οδήγησε πλήθος επηρεασμένου κόσμου όχι μόνο να επιστρέφουν ομαδικά τα βιβλία του στον Hamsun αλλά και να τα καίνε δημόσια στις Νορβηγικές πόλεις!
Καταδικάστηκε και ταλαιπωρήθηκε για τις εθνικιστικές ιδέες του, οι διώκτες του προσπάθησαν επίμονα για την ψυχική και πνευματική του κατάρρευση.
Πηγές:
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%84_%CE%A7%CE%AC%CE%BC%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BD
Άρθρο του Γιώργου Πισσαλίδη στην εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος της 1/3/2009
Περιοδικό PATRIA τεύχος 16
ΑΡΧΕΙΟ -99- ΩΔΗ - ROBERT BRASILLACH
ΩΔΗ
Μέσα απ’ τα δάχτυλά μου χάνεται η ζωή…
δεν είναι της παραίσθηση η όψη,
κυλάει μέσα απ’ τα δάχτυλα η ζωή,
νερό που χάνεται, γλιστρά, τα χέρια να μου κόψει.
Μπορώ να γράψω πάνω στον τοίχο
εν’ ακριβή υπολογισμό των ημερών μου,
ν’ αποτυπώσω μπορώ πάνω στον τοίχο
σχεδιασμένη τη ζωή, τον εαυτό μου.
Έχουνε τώρα πράγματα, πάρα πολλά κλειστεί
στο σύντομο το πέρασμα δυο εβδομάδων μόνο
έχουνε τώρα πράγματα, πάρα πολλά κλειστεί
χαρές ανάμεικτες με θλίψη και με πόνο.
Σε λίγες ιδιόμορφες και σύντομες ημέρες
πιο πλούσιες, πολύτιμες από τις περασμένες
σε λίγες ιδιόμορφες και σύντομες ημέρες
της ύπαρξής μου οι στιγμές είναι συγκεντρωμένες.
Σαν λιγοστό, καθάριο νερό απ’ την πηγή,
όλη η ζωή, για εκείνονε, που ’χει διψάσει
και μέσα εκεί στα χέρια σου η πηγή
να διατηρήσει την Τιμή, ποτέ να μην την ατιμάσει.
25-1-1945
Μέσα απ’ τα δάχτυλά μου χάνεται η ζωή…
δεν είναι της παραίσθηση η όψη,
κυλάει μέσα απ’ τα δάχτυλα η ζωή,
νερό που χάνεται, γλιστρά, τα χέρια να μου κόψει.
Μπορώ να γράψω πάνω στον τοίχο
εν’ ακριβή υπολογισμό των ημερών μου,
ν’ αποτυπώσω μπορώ πάνω στον τοίχο
σχεδιασμένη τη ζωή, τον εαυτό μου.
Έχουνε τώρα πράγματα, πάρα πολλά κλειστεί
στο σύντομο το πέρασμα δυο εβδομάδων μόνο
έχουνε τώρα πράγματα, πάρα πολλά κλειστεί
χαρές ανάμεικτες με θλίψη και με πόνο.
Σε λίγες ιδιόμορφες και σύντομες ημέρες
πιο πλούσιες, πολύτιμες από τις περασμένες
σε λίγες ιδιόμορφες και σύντομες ημέρες
της ύπαρξής μου οι στιγμές είναι συγκεντρωμένες.
Σαν λιγοστό, καθάριο νερό απ’ την πηγή,
όλη η ζωή, για εκείνονε, που ’χει διψάσει
και μέσα εκεί στα χέρια σου η πηγή
να διατηρήσει την Τιμή, ποτέ να μην την ατιμάσει.
25-1-1945
ΑΡΧΕΙΟ -98- Ο ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΗΣ - ROBERT BRASILLACH
Ο ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΗΣ
Σε είδαμε το κατώφλι να διαβαίνεις
σε είδαμε το μέτωπό σου να γυρίζεις
σε είδαμε στη μελανή τη νύχτα να πηγαίνεις
να προχωράς τους διαδρόμους να διασχίζεις.
Εμείς σε είδαμε όπως και τόσους άλλους
στης κρίσεως την ώρα, έξω απ’ τα τείχη μακριά
ας ήταν δικοί μας ή με τους αντιπάλους
όλοι τους χαθήκανε τόσο αδερφικά.
Σε είδαμε την καταδίκη που βαστούσες
του φθινοπώρου αυτό το σάπιο πρωινό
σε είδαμε σιγά σαν προχωράς
μ’ εμάς να μοιάζει το βλέμμα σου το γελαστό.
Στης αυγής τα σταλάγματα σε είδαμε εμείς
ανάμεσα στα χαίρε εσύ να ξεχωρίζεις
για μας βαριά κυλούσανε ώρες αναμονής
μα σαν η νύχτα ξαναρθεί σε μας θε να γυρίζεις.
3-11-1944
Σε είδαμε το κατώφλι να διαβαίνεις
σε είδαμε το μέτωπό σου να γυρίζεις
σε είδαμε στη μελανή τη νύχτα να πηγαίνεις
να προχωράς τους διαδρόμους να διασχίζεις.
Εμείς σε είδαμε όπως και τόσους άλλους
στης κρίσεως την ώρα, έξω απ’ τα τείχη μακριά
ας ήταν δικοί μας ή με τους αντιπάλους
όλοι τους χαθήκανε τόσο αδερφικά.
Σε είδαμε την καταδίκη που βαστούσες
του φθινοπώρου αυτό το σάπιο πρωινό
σε είδαμε σιγά σαν προχωράς
μ’ εμάς να μοιάζει το βλέμμα σου το γελαστό.
Στης αυγής τα σταλάγματα σε είδαμε εμείς
ανάμεσα στα χαίρε εσύ να ξεχωρίζεις
για μας βαριά κυλούσανε ώρες αναμονής
μα σαν η νύχτα ξαναρθεί σε μας θε να γυρίζεις.
3-11-1944
ΑΡΧΕΙΟ -96- ΣΕΣΤΙΝΑ: ΑΛΤΑΦΟΡΤΕ - EZRA POUND
ΣΕΣΤΙΝΑ: ΑΛΤΑΦΟΡΤΕ
LOQUITUR: En Bertrabs de Born.
Ο Δάντης Αλιγκέρι έβαλε αυτόν τον άνθρωπο στην κόλαση επειδή ήταν υποκινητής διαμάχης.
Eceovi!
Κρίνετε!
Τον ξέθαψα πάλι;
Η σκηνή είναι στο κάστρο του, το Αλταφόρτε.
Ο «Πάπιολς» είναι ο ραψωδός.
«Ο Λιόπαρδος,» το έμβλημα του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου.
Ι
Να πάρει ο διάβολος! όλος τούτος ο Νότος μας βρωμά ειρήνη.
Έι βρωμόσκυλο του κερατά, Πάπιολς, εμπρός μωρέ! Μουσική!
Δεν έχω ζωή παρεκτός κι αν τα σπαθιά συγκρούονται.
Μα αα! όταν βλέπω τα λάβαρα χρυσά, πορφυρά, να πολεμούν,
και το μεγάλο πεδίο της μάχης αποκάτω τους να γίνεται κόκκινο,
τότε η καρδιά μου ουρλιάζει τρελαμένη από χαρά.
ΙΙ
Στην κάψα του καλοκαιριού έχω μεγάλη χαρά
όταν οι θύελλες σαρώνουν της γης τη βρωμερή ειρήνη,
κι οι αστραπές από τον μαύρο ουρανό πέφτουν λουσμένες στο κόκκινο,
κι οι κεραυνοί την άγριά τους μού βρυχώνται μουσική
κι οι αγέρηδες σκληρίζουν μες στα σύννεφα τρέλα και πολεμούν
και μες στους σπαραγμένους ουρανούς τα σπαθιά του Θεού συγκρούονται.
ΙΙΙ
Άδη κάνε γρήγορα να ξανακούσουμε τα σπαθιά να συγκρούονται!
και τ’ άλογα στη μάχη δυνατά να χρεμετίζουν από χαρά,
ακιδωτά σπαθιά μ’ ακιδωτά σπαθιά να πολεμούν!
Καλύτερα μιας ώρας μάχη παρά ένα χρόνο ειρήνη
με παχιά τραπεζώματα, προαγωγούς, κρασί και λεπτή μουσική!
Μπα! δεν υπάρχει κρασί σαν το αίμα κόκκινο!
IV
Και παθιάζομαι να βλέπω τον ήλιο να προβάλει σαν αίμα κόκκινο.
Και βλέπω τ’ ακόντιά του μες στο σκοτάδι να συγκρούονται
κι όλη μου την καρδιά τηνε γεμίζει με χαρά
και διάπλατα μού ανοίγει το στόμα με γοργή μουσική
όταν τον βλέπω τόσο να περιφρονεί και ν’ αψηφά την ειρήνη,
οι δυνάμεις του μ’ όλο το σκοτάδι να πολεμούν.
V
Οι άνθρωποι που φοβούνται τον πόλεμο και κάθονται, και πολεμούν
τα λόγια μου για μάχη, δεν έχουν αίμα κόκκινο,
μα τους πρέπει μόνο να σαπίζουν σε γυναίκεια ειρήνη
μακριά από κει που κερδίζεται η αξία και τα σπαθιά συγκρούονται,
για τον θάνατο τέτοιων βρωμοθήλυκων έχω χαρά·
ναι, γιομίζω όλον τον αγέρα με τη δική μου μουσική.
VI
Πάπιολς, Πάπιολς, μουσική!
Δεν υπάρχει τραγούδι σαν των σπαθιών με τα σπαθιά σαν πολεμούν,
καμιά κραυγή σαν της μάχης τη χαρά
όταν οι αγκώνες μας και τα σπαθιά μας στάζουν αίμα κόκκινο
και τα εμβλήματά μας με του «Λιόπαρδου» την ορμή συγκρούονται.
Άμποτε ο Θεός να καταδικάσει για πάντα όσους φωνάζουν «Ειρήνη!»
VII
Κι η μουσική των σπαθιών να τους μουσκέψει με αίμα κόκκινο!
Άδη κάνε γρήγορα να ξανακούσουμε τα σπαθιά να συγκρούονται!
Άδη σβήσε για πάντα τη σκέψη «Ειρήνη»!
LOQUITUR: En Bertrabs de Born.
Ο Δάντης Αλιγκέρι έβαλε αυτόν τον άνθρωπο στην κόλαση επειδή ήταν υποκινητής διαμάχης.
Eceovi!
Κρίνετε!
Τον ξέθαψα πάλι;
Η σκηνή είναι στο κάστρο του, το Αλταφόρτε.
Ο «Πάπιολς» είναι ο ραψωδός.
«Ο Λιόπαρδος,» το έμβλημα του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου.
Ι
Να πάρει ο διάβολος! όλος τούτος ο Νότος μας βρωμά ειρήνη.
Έι βρωμόσκυλο του κερατά, Πάπιολς, εμπρός μωρέ! Μουσική!
Δεν έχω ζωή παρεκτός κι αν τα σπαθιά συγκρούονται.
Μα αα! όταν βλέπω τα λάβαρα χρυσά, πορφυρά, να πολεμούν,
και το μεγάλο πεδίο της μάχης αποκάτω τους να γίνεται κόκκινο,
τότε η καρδιά μου ουρλιάζει τρελαμένη από χαρά.
ΙΙ
Στην κάψα του καλοκαιριού έχω μεγάλη χαρά
όταν οι θύελλες σαρώνουν της γης τη βρωμερή ειρήνη,
κι οι αστραπές από τον μαύρο ουρανό πέφτουν λουσμένες στο κόκκινο,
κι οι κεραυνοί την άγριά τους μού βρυχώνται μουσική
κι οι αγέρηδες σκληρίζουν μες στα σύννεφα τρέλα και πολεμούν
και μες στους σπαραγμένους ουρανούς τα σπαθιά του Θεού συγκρούονται.
ΙΙΙ
Άδη κάνε γρήγορα να ξανακούσουμε τα σπαθιά να συγκρούονται!
και τ’ άλογα στη μάχη δυνατά να χρεμετίζουν από χαρά,
ακιδωτά σπαθιά μ’ ακιδωτά σπαθιά να πολεμούν!
Καλύτερα μιας ώρας μάχη παρά ένα χρόνο ειρήνη
με παχιά τραπεζώματα, προαγωγούς, κρασί και λεπτή μουσική!
Μπα! δεν υπάρχει κρασί σαν το αίμα κόκκινο!
IV
Και παθιάζομαι να βλέπω τον ήλιο να προβάλει σαν αίμα κόκκινο.
Και βλέπω τ’ ακόντιά του μες στο σκοτάδι να συγκρούονται
κι όλη μου την καρδιά τηνε γεμίζει με χαρά
και διάπλατα μού ανοίγει το στόμα με γοργή μουσική
όταν τον βλέπω τόσο να περιφρονεί και ν’ αψηφά την ειρήνη,
οι δυνάμεις του μ’ όλο το σκοτάδι να πολεμούν.
V
Οι άνθρωποι που φοβούνται τον πόλεμο και κάθονται, και πολεμούν
τα λόγια μου για μάχη, δεν έχουν αίμα κόκκινο,
μα τους πρέπει μόνο να σαπίζουν σε γυναίκεια ειρήνη
μακριά από κει που κερδίζεται η αξία και τα σπαθιά συγκρούονται,
για τον θάνατο τέτοιων βρωμοθήλυκων έχω χαρά·
ναι, γιομίζω όλον τον αγέρα με τη δική μου μουσική.
VI
Πάπιολς, Πάπιολς, μουσική!
Δεν υπάρχει τραγούδι σαν των σπαθιών με τα σπαθιά σαν πολεμούν,
καμιά κραυγή σαν της μάχης τη χαρά
όταν οι αγκώνες μας και τα σπαθιά μας στάζουν αίμα κόκκινο
και τα εμβλήματά μας με του «Λιόπαρδου» την ορμή συγκρούονται.
Άμποτε ο Θεός να καταδικάσει για πάντα όσους φωνάζουν «Ειρήνη!»
VII
Κι η μουσική των σπαθιών να τους μουσκέψει με αίμα κόκκινο!
Άδη κάνε γρήγορα να ξανακούσουμε τα σπαθιά να συγκρούονται!
Άδη σβήσε για πάντα τη σκέψη «Ειρήνη»!
ΑΡΧΕΙΟ -94- ΚΑΝΤΟ ΧΙV – EZRA POUND
ΚΑΝΤΟ Χ I V
Io venni in luogo d’ogni luce muto;
Βρώμα από βρεγμένο κάρβουνο, οι πολιτικάντηδες….ε και ….ν,
με τους καρπούς των χεριών τους δεμένους
στα σφυρά,να στέκονται γυμνόκωλοι,
μούρες πασαλειμμένες στα πισινά τους,
διάπλατο μάτι σε πλακωτά κωλομέρια,
να κρέμονται τρίχες αντί για γένια,
να μιλάνε στις συγκεντρώσεις με τις κωλοτρυπίδες τους,
ν’ απευθύνονται στα πλήθη του βορβόρου,
σαλαμάνδρες, νεροσάλιαγκες, νεροσκούληκα,
κι ανάμεσά τους ο ….ρ,
μια πεντακάθαρη πετσέτα φαγητού
χωμένη κάτω από το πέος του,
και ο ….μπου σιχαινόταν τη δημοτική γλώσσα,
κολλαριστοί, αλλά βρώμικοι, γιακάδες
που του περιορίζουν τα πόδια,
και το σπυριασμένο δέρμα όλο τρίχες
πιέζει τις άκρες του γιακά,
κερδοσκόποι που πίνουν αίμα γλυκασμένο με σκατό,
και πίσω τους ο ….φ και οι οικονομολόγοι
με συρματόσκοινα να τους χτυπούν.
Και οι προδότες της γλώσσας
ο ….ν και η συμμορία του τύπου
και κείνοι πού ‘λεγαν ψέματα επ’ αμοιβή,
οι διεστραμμένοι, οι διαστροφείς της γλώσσας,
οι διεστραμμένοι, που βάζουν την ασέλγεια του χρήματος
πάνω απ’ τις απολαύσεις των αισθήσεων
στριγκλίζουν, σαν κακαρίσματα τυπογραφείου,
πάταγος πιεστηρίου,
φύσημα σκόνης και χαρτιών που πετούν,
ιδρώτας, βρώμα και δυσωδία από σάπια πορτοκάλια,
κοπριά, τελικός βόθρος του σύμπαντος,
mysterium, θειάφι,
κι ο μικρόψυχος, να ’χει λυσσάξει·
να βουτάει διαμάντια στη λάσπη,
και να ουρλιάζει που τα βρίσκει πεντακάθαρα·
μανάδες σαδίστριες που σπρώχνουν τις κόρες τους
να πλαγιάσουν με χούφταλα,
γουρούνες που τρώνε τα νιογέννητά τους
κι εδώ η επιγραφή ΕΙΚΩΝ ΓΗΣ,
κι εδώ: ΑΛΛΑΓΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ,
αναλιγώνονται σαν πρόστυχο κερί,
λειωμένα κεριά, οι γλουτοί να βουλιάζουν όλο και πιο χαμηλά,
πρόσωπα που βουτάνε κάτω από χοιρομέρια,
και μες στη λάσπη αποκάτω τους,
γυρισμένοι ανάποδα, πατούσα με πατούσα,
παλάμη με παλάμη, οι πράχτορες προβοκάτορες
οι δολοφόνοι του Πίαρς και του Μακντόουναφ,
ο Λοχαγός Χ. ο αρχιβασανιστής΄
το πετρωμένο σκατό που ήταν ο Βέρρης,
οι μισαλλόδοξοι, ο Καλβίνος καιο Άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς!
Κατσαρίδες, που χώνονται μες στο σκατό,
μαραγκιασμένο το χώμα, η λάσπη κομμάτια – κομμάτια,
χαμένα περιγράμματα, διαβρώσεις.
Πάνω απ’ τη σαπίλα της κόλασης
η μεγάλη κωλοτρυπίδα,
πνιγμένη στις αιμορροΐδες,
κρεμαστοί σταλακτίτες,
λιγδεροί σαν τον ουρανό πάνω απ’ το Ουέστμινστερ,
οι αφανείς, πολλοί Άγγλοι,ο τόπος χωρίς ενδιαφέρον,
τελευταίος βούρκος, ύστατο ξεχαρβάλωμα,
οι αντισταυροφόροι, να πορδίζουν μες στο μετάξι,
να ανεμίζουν τα Χριστιανικά σύμβολα,…
να μαλακίζουν μια τσίγκινη σφυρίχτρα της δεκάρας,
μύγες που μεταφέρουν ειδήσεις, άρπυιες
να τσιρλίζουν στον αέρα,
ο βούρκος με τους πρόστυχους ψεύτες,
βόρβορος ηλιθιοτήτων,
μοχθηρές ηλιθιότητες, και ηλιθιότητες,
το χώμα ζωντανό πύο, γεμάτο από βρωμερά ζωύφια,
ψόφια σκουλήκια που γεννούν ζωντανά σκουλήκια,
φτωχονοικοκυραίοι,
τοκογλύφοι που ζουλάνε μουνόψειρες,
νταβατζήδες της εξουσίας,
pets-de-loup, καθισμένοι πάνω σε στοίβες
πέτρινα βιβλία,σκεπάζουν με φιλολογία τα κείμενα,
και τα κρύβουν κάτω απ’ το σώμα τους,
ο αέρας χωρίς το καταφύγιο της σιωπής,
κοπάδι ψείρες που βγάζουν δόντια,
και πάνω απ’ όλα αυτά ο στόμφος των ρητόρων,
το κωλορέψιμο των φαρισαίων.
Και invidia,
Η corruptio, βρώμα, φαρμακερό μανιτάρι,
ρευστά ζώα, λειωμένες οστεώσεις,
αργή αποσύνθεση, βρωμερό κάψιμο,
γόπες από πούρα μασημένες, χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς τραγωδία,
ο ….m Episcopus, ανεμίζει ένα προφυλακτικό γεμάτο κατσαρίδες,
οι μονοπωλιστές, αυτοί που εμποδίζουν τη γνώση,
αυτοί που εμποδίζουν την κατανομή.
Io venni in luogo d’ogni luce muto;
Βρώμα από βρεγμένο κάρβουνο, οι πολιτικάντηδες….ε και ….ν,
με τους καρπούς των χεριών τους δεμένους
στα σφυρά,να στέκονται γυμνόκωλοι,
μούρες πασαλειμμένες στα πισινά τους,
διάπλατο μάτι σε πλακωτά κωλομέρια,
να κρέμονται τρίχες αντί για γένια,
να μιλάνε στις συγκεντρώσεις με τις κωλοτρυπίδες τους,
ν’ απευθύνονται στα πλήθη του βορβόρου,
σαλαμάνδρες, νεροσάλιαγκες, νεροσκούληκα,
κι ανάμεσά τους ο ….ρ,
μια πεντακάθαρη πετσέτα φαγητού
χωμένη κάτω από το πέος του,
και ο ….μπου σιχαινόταν τη δημοτική γλώσσα,
κολλαριστοί, αλλά βρώμικοι, γιακάδες
που του περιορίζουν τα πόδια,
και το σπυριασμένο δέρμα όλο τρίχες
πιέζει τις άκρες του γιακά,
κερδοσκόποι που πίνουν αίμα γλυκασμένο με σκατό,
και πίσω τους ο ….φ και οι οικονομολόγοι
με συρματόσκοινα να τους χτυπούν.
Και οι προδότες της γλώσσας
ο ….ν και η συμμορία του τύπου
και κείνοι πού ‘λεγαν ψέματα επ’ αμοιβή,
οι διεστραμμένοι, οι διαστροφείς της γλώσσας,
οι διεστραμμένοι, που βάζουν την ασέλγεια του χρήματος
πάνω απ’ τις απολαύσεις των αισθήσεων
στριγκλίζουν, σαν κακαρίσματα τυπογραφείου,
πάταγος πιεστηρίου,
φύσημα σκόνης και χαρτιών που πετούν,
ιδρώτας, βρώμα και δυσωδία από σάπια πορτοκάλια,
κοπριά, τελικός βόθρος του σύμπαντος,
mysterium, θειάφι,
κι ο μικρόψυχος, να ’χει λυσσάξει·
να βουτάει διαμάντια στη λάσπη,
και να ουρλιάζει που τα βρίσκει πεντακάθαρα·
μανάδες σαδίστριες που σπρώχνουν τις κόρες τους
να πλαγιάσουν με χούφταλα,
γουρούνες που τρώνε τα νιογέννητά τους
κι εδώ η επιγραφή ΕΙΚΩΝ ΓΗΣ,
κι εδώ: ΑΛΛΑΓΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ,
αναλιγώνονται σαν πρόστυχο κερί,
λειωμένα κεριά, οι γλουτοί να βουλιάζουν όλο και πιο χαμηλά,
πρόσωπα που βουτάνε κάτω από χοιρομέρια,
και μες στη λάσπη αποκάτω τους,
γυρισμένοι ανάποδα, πατούσα με πατούσα,
παλάμη με παλάμη, οι πράχτορες προβοκάτορες
οι δολοφόνοι του Πίαρς και του Μακντόουναφ,
ο Λοχαγός Χ. ο αρχιβασανιστής΄
το πετρωμένο σκατό που ήταν ο Βέρρης,
οι μισαλλόδοξοι, ο Καλβίνος καιο Άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς!
Κατσαρίδες, που χώνονται μες στο σκατό,
μαραγκιασμένο το χώμα, η λάσπη κομμάτια – κομμάτια,
χαμένα περιγράμματα, διαβρώσεις.
Πάνω απ’ τη σαπίλα της κόλασης
η μεγάλη κωλοτρυπίδα,
πνιγμένη στις αιμορροΐδες,
κρεμαστοί σταλακτίτες,
λιγδεροί σαν τον ουρανό πάνω απ’ το Ουέστμινστερ,
οι αφανείς, πολλοί Άγγλοι,ο τόπος χωρίς ενδιαφέρον,
τελευταίος βούρκος, ύστατο ξεχαρβάλωμα,
οι αντισταυροφόροι, να πορδίζουν μες στο μετάξι,
να ανεμίζουν τα Χριστιανικά σύμβολα,…
να μαλακίζουν μια τσίγκινη σφυρίχτρα της δεκάρας,
μύγες που μεταφέρουν ειδήσεις, άρπυιες
να τσιρλίζουν στον αέρα,
ο βούρκος με τους πρόστυχους ψεύτες,
βόρβορος ηλιθιοτήτων,
μοχθηρές ηλιθιότητες, και ηλιθιότητες,
το χώμα ζωντανό πύο, γεμάτο από βρωμερά ζωύφια,
ψόφια σκουλήκια που γεννούν ζωντανά σκουλήκια,
φτωχονοικοκυραίοι,
τοκογλύφοι που ζουλάνε μουνόψειρες,
νταβατζήδες της εξουσίας,
pets-de-loup, καθισμένοι πάνω σε στοίβες
πέτρινα βιβλία,σκεπάζουν με φιλολογία τα κείμενα,
και τα κρύβουν κάτω απ’ το σώμα τους,
ο αέρας χωρίς το καταφύγιο της σιωπής,
κοπάδι ψείρες που βγάζουν δόντια,
και πάνω απ’ όλα αυτά ο στόμφος των ρητόρων,
το κωλορέψιμο των φαρισαίων.
Και invidia,
Η corruptio, βρώμα, φαρμακερό μανιτάρι,
ρευστά ζώα, λειωμένες οστεώσεις,
αργή αποσύνθεση, βρωμερό κάψιμο,
γόπες από πούρα μασημένες, χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς τραγωδία,
ο ….m Episcopus, ανεμίζει ένα προφυλακτικό γεμάτο κατσαρίδες,
οι μονοπωλιστές, αυτοί που εμποδίζουν τη γνώση,
αυτοί που εμποδίζουν την κατανομή.
ΑΡΧΕΙΟ -92- ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ – EZRA POUND
USURA
ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ
Με την τοκογλυφία κανείς δεν έχει σπίτι πέτρινο
με κάθε πέτρα να σμιλεύεται σωστά και τέλεια να δένει
έτσι ώστε ένα σχέδιο να είναι δυνατό να περαστεί πάνω στην πρόσοψή του,
με την τοκογλυφία
κανείς δεν έχει έναν παράδεισο ζωγραφιστό
στους τοίχους του ναού του
άρπες και φλάουτα
ή την παρθένο εκεί που δέχεται το μήνυμα κι
η άλως να προβάλλεται απ΄ τη χαραγματιά,
με την τοκογλυφία
κανείς δεν βλέπει τον Γκοντσάγκαμε τους διαδόχους και τις παλλακίδες του
καμιά ζωγραφική δεν γίνεται να διαρκέσει ή να ζήσει,
γίνεται μόνο για να πουληθεί,
και μάλιστα στο άψε-σβήσε,
με την τοκογλυφία, αμάρτημα κατά της φύσης,
είν΄ το ψωμί σου ακόμα πιο μπαγιάτικο
ειν' το ψωμί ξερό σαν να ΄ταν χάρτινο,
χωρίς πληθώρα από σιτάρι, χωρίς αλεύρι δυνατό
με την τοκογλυφία γίνεται η γραμμή τραχιά
με την τοκογλυφία δεν υπάρχει σύνορο καθάριο
κανείς δεν βρίσκει μέρος για να κατοικήσει.
Ο λιθοξόος κρατιέται μακριά απ΄ την πέτρα του
κι ο υφαντής μακριά από τον αργαλειό του
ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ
δεν έρχεται μαλλί στην αγοράτα πρόβατα δεν φέρνουν κέρδος.
Είναι πανούκλα η τοκογλυφία,
αμβλύνει τη βελόνα στης κοπελιάς το χέρι
βάζει φραγμό στού υφαντή την τέχνη.
Ένας Πιέτρο Λομπάρδο δεν μας προέκυψε ποτέ από τοκογλυφία
και ένας Ντούτσιο δεν έγινε ποτέ από τοκογλυφία
ούτε Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα,
ούτε Μπελλίνι γίνανε ποτέ απ΄ την τοκογλυφία
ούτε και ζωγραφίστηκε ποτέ "Η Συκοφαντία".
Ένας Αντζέλικο δεν μας προέκυψε από τοκογλυφία,
ουτ' ο Αμπρότζιο ντε Πρέντις.
Ουτ΄ εκκλησιά με λαξευμένο λίθο
με χαραγμένο το "Αδάμ εποίει".
Ούτε ο Σαιντ Τροφίμ από τοκογλυφία.
Ούτε ο Σαιντ Ιλαίρ από τοκογλυφία.
Διάβρωσε την σμίλη η τοκογλυφία.
Διάβρωσε και τέχνη και τεχνίτη.
Ροκάνισε το νήμα τ΄αργαλειού
Καμιά δεν έμαθε να πλέκει το χρυσόνημα
με το πατρόν της
Το γαλανό πιάνει μελίγκρα απ΄ την τοκογλυφία,
και η πορφύρα μένει ακέντητη.
Και το σμαράγδι δεν συναντά κανέναν Μέμλινκ
Σκοτώνει το παιδί στη μήτρα η τοκογλυφία
Του νέου το φλερτάρισμα το σταματά
Έφερε την παραλυσία στο κρεβάτι, ξαπλώνει
ανάμεσα στη νεαρή τη νύφη και τον άντρα της
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΦΥΣΗ
Φέρανε πόρνες για την Ελευσίνα
Πτώματα στήθηκαν στο δείπνο
κατ΄ εντολήν της τοκογλυφίας.
Σημείωση του ποιητή : Usura (Τοκογλυφία) = επιβάρυνση για την χρήση αγοραστικής ισχύος, επιβαλλόμενη αδιαφορώντας για την παραγωγή, συχνά αδιαφορώντας για τις δυνατότητες παραγωγής. (εξού η αποτυχία της Τράπεζας των Μεδίκων).Το ποίημα ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ σε μετάφραση του Χρίστου Γούδη ανακτήθηκε από την ιστοσελίδα ΜΑΥΡΟΣ ΚΡΙΝΟΣ στη δ/νση
ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ
Με την τοκογλυφία κανείς δεν έχει σπίτι πέτρινο
με κάθε πέτρα να σμιλεύεται σωστά και τέλεια να δένει
έτσι ώστε ένα σχέδιο να είναι δυνατό να περαστεί πάνω στην πρόσοψή του,
με την τοκογλυφία
κανείς δεν έχει έναν παράδεισο ζωγραφιστό
στους τοίχους του ναού του
άρπες και φλάουτα
ή την παρθένο εκεί που δέχεται το μήνυμα κι
η άλως να προβάλλεται απ΄ τη χαραγματιά,
με την τοκογλυφία
κανείς δεν βλέπει τον Γκοντσάγκαμε τους διαδόχους και τις παλλακίδες του
καμιά ζωγραφική δεν γίνεται να διαρκέσει ή να ζήσει,
γίνεται μόνο για να πουληθεί,
και μάλιστα στο άψε-σβήσε,
με την τοκογλυφία, αμάρτημα κατά της φύσης,
είν΄ το ψωμί σου ακόμα πιο μπαγιάτικο
ειν' το ψωμί ξερό σαν να ΄ταν χάρτινο,
χωρίς πληθώρα από σιτάρι, χωρίς αλεύρι δυνατό
με την τοκογλυφία γίνεται η γραμμή τραχιά
με την τοκογλυφία δεν υπάρχει σύνορο καθάριο
κανείς δεν βρίσκει μέρος για να κατοικήσει.
Ο λιθοξόος κρατιέται μακριά απ΄ την πέτρα του
κι ο υφαντής μακριά από τον αργαλειό του
ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ
δεν έρχεται μαλλί στην αγοράτα πρόβατα δεν φέρνουν κέρδος.
Είναι πανούκλα η τοκογλυφία,
αμβλύνει τη βελόνα στης κοπελιάς το χέρι
βάζει φραγμό στού υφαντή την τέχνη.
Ένας Πιέτρο Λομπάρδο δεν μας προέκυψε ποτέ από τοκογλυφία
και ένας Ντούτσιο δεν έγινε ποτέ από τοκογλυφία
ούτε Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα,
ούτε Μπελλίνι γίνανε ποτέ απ΄ την τοκογλυφία
ούτε και ζωγραφίστηκε ποτέ "Η Συκοφαντία".
Ένας Αντζέλικο δεν μας προέκυψε από τοκογλυφία,
ουτ' ο Αμπρότζιο ντε Πρέντις.
Ουτ΄ εκκλησιά με λαξευμένο λίθο
με χαραγμένο το "Αδάμ εποίει".
Ούτε ο Σαιντ Τροφίμ από τοκογλυφία.
Ούτε ο Σαιντ Ιλαίρ από τοκογλυφία.
Διάβρωσε την σμίλη η τοκογλυφία.
Διάβρωσε και τέχνη και τεχνίτη.
Ροκάνισε το νήμα τ΄αργαλειού
Καμιά δεν έμαθε να πλέκει το χρυσόνημα
με το πατρόν της
Το γαλανό πιάνει μελίγκρα απ΄ την τοκογλυφία,
και η πορφύρα μένει ακέντητη.
Και το σμαράγδι δεν συναντά κανέναν Μέμλινκ
Σκοτώνει το παιδί στη μήτρα η τοκογλυφία
Του νέου το φλερτάρισμα το σταματά
Έφερε την παραλυσία στο κρεβάτι, ξαπλώνει
ανάμεσα στη νεαρή τη νύφη και τον άντρα της
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΦΥΣΗ
Φέρανε πόρνες για την Ελευσίνα
Πτώματα στήθηκαν στο δείπνο
κατ΄ εντολήν της τοκογλυφίας.
Σημείωση του ποιητή : Usura (Τοκογλυφία) = επιβάρυνση για την χρήση αγοραστικής ισχύος, επιβαλλόμενη αδιαφορώντας για την παραγωγή, συχνά αδιαφορώντας για τις δυνατότητες παραγωγής. (εξού η αποτυχία της Τράπεζας των Μεδίκων).Το ποίημα ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ σε μετάφραση του Χρίστου Γούδη ανακτήθηκε από την ιστοσελίδα ΜΑΥΡΟΣ ΚΡΙΝΟΣ στη δ/νση
ΑΡΧΕΙΟ -90- ΘΑ ΠΑΡΩ ΜΙΑΝ ΑΝΗΦΟΡΙΑ - ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ
ΘΑ ΠΑΡΩ ΜΙΑΝ ΑΝΗΦΟΡΙΑ
Θα πάρω μιαν ανηφοριά,
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
Θ’ αφήσω αδέρφια, συγγενείς
τη μάνα τον πατέρα
μες στα λαγκάδια πέρα
και τις βουνοπλαγιές.
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά
θάχω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι
βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά,
θαρθεί το καλοκαίρι
τη Λευτεριά να φέρει
σε πόλεις και χωριά.
Μα δεν μπορώ να καρτερώ.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά,
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ’ ανεβώ
θα μπω σ’ ένα παλάτι
το ξέρω θαν’ απάτη
δε θάναι αληθινό.
Μες στο παλάτι θα γυρνώ
ώσπου να βρω το θρόνο·
βασίλισσα μια μόνο
να κάθεται σ’ αυτόν.
Κόρη πανώρια, θα της πω,
άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου,
μονάχ’ αυτό ζητώ.
Γεια σας παλιοί συμμαθηταί. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σάς.Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα «χαμένον αδερφό», έναν παλιό του φίλο,
Ας πάρει μιαν ανηφοριά,
ας πάρει μονοπάτια
να βρει τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
Με την Ελευθεριά μαζί
μπορεί να βρει και μένα.
Αν ζω θα μ’ εύρη εκεί.
Ευαγόρας Παλληκαρίδης 5.12.1955
Θα πάρω μιαν ανηφοριά,
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
Θ’ αφήσω αδέρφια, συγγενείς
τη μάνα τον πατέρα
μες στα λαγκάδια πέρα
και τις βουνοπλαγιές.
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά
θάχω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι
βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά,
θαρθεί το καλοκαίρι
τη Λευτεριά να φέρει
σε πόλεις και χωριά.
Μα δεν μπορώ να καρτερώ.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά,
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ’ ανεβώ
θα μπω σ’ ένα παλάτι
το ξέρω θαν’ απάτη
δε θάναι αληθινό.
Μες στο παλάτι θα γυρνώ
ώσπου να βρω το θρόνο·
βασίλισσα μια μόνο
να κάθεται σ’ αυτόν.
Κόρη πανώρια, θα της πω,
άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου,
μονάχ’ αυτό ζητώ.
Γεια σας παλιοί συμμαθηταί. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σάς.Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα «χαμένον αδερφό», έναν παλιό του φίλο,
Ας πάρει μιαν ανηφοριά,
ας πάρει μονοπάτια
να βρει τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
Με την Ελευθεριά μαζί
μπορεί να βρει και μένα.
Αν ζω θα μ’ εύρη εκεί.
Ευαγόρας Παλληκαρίδης 5.12.1955
ΑΡΧΕΙΟ -89- ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Α Π Ο Χ Α Ι Ρ Ε Τ Ι Σ Μ Ο Σ
Ποίημα του Γιάννη Ρίτσου
( Ο Γρηγόρης ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ αποκλεισμένος στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά ).
Τέλειωσαν πια τα ψέματα - δικά μας και ξέναΗ φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δεν μπορείς πιαΝα ξεχωρίσεις αν καίγεται σκοίνος ή φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά πλησιάζει.
Κι όμως πρέπει να προφτάσω να ξεχωρίσω,Να δω, να υπολογίσω, να σκεφτώ - ( για ποιόν; Για μένα;Για τους άλλους; ) Πρέπει.Μου χρειάζεται πριν απ' το θάνατό μου μια ύστατη γνώση, η γνώση του θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω.
Οι άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τι ησυχία - σα νάναι εδώ να γεννηθεί ένα παιδί ή να πεθάνει ένας μάρτυρας, και περιμένεις ν' ακουστεί μια πελώρια κραυγή ( του παιδιού ή του Θεού ), μια κραυγή πιο τρανή απ' τη σιωπήΠου θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα, να μπορέσεις να θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μια άχρονη στιγμή, τα πάντα. Όμως τίποτα.
Μαρμαρωμένη ησυχία, - μ' όλο που ακούγονταιΟι ντουφεκιές κ' οι φωνές - πόσο ξένα, δεν ακούγονται, χαράζονταιΣτεγνά σα σύρματα κομμένα ή σα νερά που κρυστάλλωσαν πριν πέσουνΚαι μένουν σ' έναν ξένο χώρο, σταματημένα κ' αιχμηρά. Τι ησυχία, -Μ' όλο που ακούγεται η έλευση της φωτιάς. Δεν είναι ώρα πια για πίσω. -
Πίσω και πλάι και πάνω, το φράγμα της πέτρας, μπροστά ένας μικρός ή ο ατελείωτος θάνατος, στη μέση ( στη μέση ; ) εγώ. - Τι είναι ένας άνθρωπος κλεισμένος στη φωτιά και στην πέτρα, που η μόνη του διέξοδος :Ένας τμηματικός θάνατος ; Πρέπει να τον γνωρίσω.Δεν προφταίνω. Ίσως και να μπορούσα να γλυτώσω. Ίσως μπορούσαν' αντέξω την καταφρόνια ή την συγγνώμη ή την λησμονιά των άλλων. Όμως εγώ θα μπορούσα να λησμονήσω το φως που ονειρευτήκαμε μαζί ; κείνο το μέγα καρδιοχτύπι της σημαίας μας ; Θα μπορούσα να βολευτώ στον ίσκιο μιας γωνιάς με σταυρωμένα τα χέρια γύρω στα σταυρωμένα γόνατασα μνησίκακη, μεμψίμοιρη ή αμέτοχη αράχνη που πλέκει μόνο με το σάλιο της τα δίχτυα της ;
Ίσως μπορούσε, κ' έτσι ακόμη, νάταν όμορφα - Μια πεταλούδα παραπλανημένη ίσως θαρχόταν κάποτε να καθίσει στα κάγκελα του παραθύρουΠαίζοντας αόριστα, όχι για μένα, (μα ίσως και για μένα), τη δίδυμη, λεπτή σημαιούλα της,Μια γραμμή φως ίσως περνούσε απ' τη χαραματιά της πόρτας σαν το μικρό δαχτυλάκι μιας φίληςΠου τραβάει επιτιμητικά μια γραμμή στη σκόνη του τραπεζιού σου με τα τεφτέρια σου.Η φωνή ενός παιδιού - δε μπορεί - θ' ακουγόταν στα χωράφια ένα απόγευμα κ' η ματιά μιας γυναίκας που ονειρεύεται χαμογελώντας - η ματιά της, χαμένη στο βράδυ, θα σ' άγγιζε,Η ματιά μιας γυναίκας που δε σ' είδε και την είδες.
Ίσως και νάταν καλά. Ένας γλόμπος που θ' άναβε νωρίς μπροστά στην καγκελόπορτα της φυλακής σουμες στο ρόδινο ανοιξιάτικο δείλι, θάταν ίσωςτούτος ο γλόμπος η απαλή καμπύλη ολόκληρης ακρογιαλιάς, θα μαζεύονταν πάνω του τα έντομασαν τα μικρά καΐκια σ' ένα λιμανάκι του νησιού μας.
Παντού μπορείς να ταξιδέψεις κι ασάλευτος. Μονάχα η τελευταία ακινησία : αταξίδευτη. Δε μπόρεσα να φύγω.Δε χωρούσα. Ήταν η έξοδος στενή. Μούλειψε και το θάρροςμήπως και δε μπορέσω να πεθάνω. Συχωράτε με.Ίσως οι τέσσερις συντρόφοι μου νάταν πιο δυνατοί από μένα - δηλαδή πιο ειλικρινείς.Εγώ ήμουν αδύναμος : Ντράπηκα.
Εσείς πηγαίνετε. ( Φύγανε.) Δε σας κρατώ. ( Φύγανε κιόλας. ) Στο καλό. Η φωτιά πλησιάζει. Συχωράτε με, φίλοι που δεν μπόρεσα να σας ακολουθήσω, που σας άφησα μόνους σε τούτη την έξοδο. Είναι η πρώτη φορά. Δε μπορούσα. Συγχωρέστε με.
Κι όμως, το νιώθω ακόμη, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στην ερημιά σαν κουρασμένος πεισματάρης βράχος, ξεχασμένος, ή ν' αδικιέμαι, ν' αδικώ, να βλέπω ν' αδικούνται οι φίλοι μου και να σωπαίνω, ή σα δαρμένος, μαδημένος σκύλος που κοιτάει καχύποπτα τη σκιά ενός σπουργιτιού και τη σκιά του,Ή (το μελέτησα κι αυτό) ασκητεύοντας, να λειάνω με τις ρώγες των δαχτύλων μου(μαλακωμένες πια απ' την αχρηστία) να λειάνω μια πέτρα κι ώρες ν' αποξεχνιέμαι κοιτάζοντας τις ασάλευτες φλέβες της, κι έτσι σκυφτόςνα κλαίω αμίλητα απ' την ευτυχία να υπάρχω. Δε μπόρεσα.
Αν έβγαινα παραδίνοντας τα κλειδιά μου, μπουσουλώντας με χέρια και με πόδια (κάθε έξοδος είναι στενή, συντρόφια μου), αν κινούσα να παραδώσω σα σκισμένη σημαία την ψυχή μου - Ποια ψυχή μου ; Δεν πρόφτασα όλη να τη δοκιμάσω, να τη γνωρίσω ολόκληρη. Μου χρειάζεται τούτη η στιγμή, να μάθω που και τι θα παραδώσω ή δε θα παραδώσω. Ξέρω πως θα μπορούσε νάμαι στη θέση σας, αδέρφια μου που φύγατε, γιατί ξέρω, όπως κι εσείς, τι θα πει πόνος και φόβος,μα εγώ είχα ένα φόβο πιο μεγάλο απ' τον πόνο μου κι απ' το φόβο σας, όχι μονάχα το φόβο του κορμιού μου, μα και τον φόβο της ψυχής μου, που δεν την ξέρω - ο ίσκιος της κάθε κίνησής μου μεγάλωνε απέραντα πάνω σ' έναν τρομαχτικά κάτασπρο τοίχο,και κάθε σφυγμό μου τον άκουγα να πέφτει μες στο πάντοτε γράφοντας στέρεους κ' υδάτινους κύκλους ατελείωτους. Έτσι με τούτο το φόβο της ψυχής μου γλύτωσα απ' το φόβο του κορμιού μου. Ωστόσο ξέρω όλο το φόβο, και μπορείτε να με πιστέψετε, γιατί κανένας μας δεν είναι που να θέλει να πονάμε ή να φοβόμαστε.
Εδώ τουλάχιστο, μπορείτε να με πιστέψετε.Εδώ δεν είναι δύσκολο ν' αγαπηθούμε. Όλα είναι τόσο δύσκολα, κ' ίσως για τούτο και ν' αξίζουν. Όμως δε θα μπορούσα να περπατήσω με κομμένα τα γόνατα της ψυχής μου. Με του κορμιού μου, τα πόδια και τα χέρια κομμένα, θα το μπορούσα. Συχωράτε με. Γεια σας.
Έφυγαν. Ησυχία. Τι μοναξιά πυκνοκατοικημένη. Τα πάντα πυκνά και διαλυμένα. Το απέραντο δίχως βάρος μάρτυρες. Σε ποιόν να μιλήσω και γιατί ; Αν είχαν τουλάχιστο μείνει. -
Δεν πρέπει να βουλιάξω μέσα μου. Ας κρατηθώ έστω απ' τη φωνή μου, απ' τον ήχο του δικού μου ντουφεκιού, να μείνει το κεφάλι μου έξω ή μοναχά το μέτωπό μου και τα μάτια μου. Θέλω να βλέπω.
Θέλω να φανταστώ τα δέντρα, τα παράθυρα, τα πράγματα, να νιώσω τη σπιτίσια ζεστασιά τους, ν' αντιμετωπίσω αυτή τη μεγάλη παγωνιά της φωτιάς που πλησιάζει. Μια καρέκλα ακουμπισμένη στη γωνιά μιας κάμαρας μπορεί και νάναι, λέω, σαν εσωτερικό καμπαναριού, όπου ο ήχος της καμπάνας στρογγυλός κατεβαίνει γεμίζοντας με κυριακάτικη ησυχία το σπίτι. Δε μπορώ να συνεχίσω.
Μοιάζει ανέφικτη η νίκη δίχως μάρτυρες που να τη διαλαλήσουν.
Θέλω να φανταστώ το πτώμα μου τριγυρισμένο από κλαμένους φίλους και μεσίστιες σημαίες για να μπορέσω να παραιτηθώ απ' το σώμα μου. Κανείς τριγύρω μου. Μάρτυρας μόνος η φωνή μου - κι αυτή πώς να περάσει τη φωτιά και την πέτρα ;Πρέπει μονάχος να τα βγάλω πέρα. Τι ησυχία ! - σα μόνιμη. Ρητή. Το παγούρι μου θυμίζει πως κιόλας δε διψώ. Δε θα διψάσω πια. Κι όμως το γυλιό μου εκεί στο καρφί κρέμεται ακόμη με την έκφραση του πρώτου άστρου της βραδιάς πάνω απ' την παραλία της Λεμεσός την ώρα που τα γκαρσόνια καταβρέχουν με λαστιχένιους σωλήνες το πεζοδρόμιο ύστερα από την τρομερή ζέστη μιας μέρας του Ιούλη, την ώρα που βγάζουν τα πρώτα τραπεζάκια στην προκυμαία για τους βραδινούς πελάτες, την ώρα που κι ο πιο μικρός θόρυβος του πιο μικρού ψαριού, εκεί δίπλα, στα ρηχά, φωνάζει :" αύριο, αύριο, αύριο".
Ναι, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στη μοναξιά, στη λησμονιά, οπουδήποτε, απόστρατος κι ανεύθυνος, δίχως φθόνο, να χαίρουμαι τα κατορθώματα των άλλων, ένδοξες πράξεις, που δεν έκανα εγώ - να κοιτάω τη διαδρομή ενός αργοπορημένου μερμηγκιού που κουβαλάει μες στο ολοπόρφυρο λιόγερμα ένα σπυρί καλαμπόκι πιο μεγάλο απ' το μπόι του και να νιώθω όλης της γης το κάλεσμα και του καλοκαιριού τη ζέστα με τα πόδια αυτού του μερμηγκιού, κι όλου του κόσμου η ευγνωμοσύνη αμίλητη να στέκει μες στα μάτια μου καθώς θ' ακούω αιώνια κείνο το ψαράκι να φωνάζει :"αύριο, αύριο". Ποιο αύριο σήμερα ;
Τρομερή παγωνιά τούτη η ζέστη. Δεν προφταίνω. Ο αέρας χάνεται. Και πρέπει να εξαντλήσω την προθεσμία μου. Ν' αφήσω και κάποια διαθήκη. Τι χρειάζεται ;Θα την κάψει κι αυτήν η φωτιά. Δε θα την κάψει. Τι δύσκολα, λοιπόν που τελειώνει η ζωή. Και πρέπει να προλάβω να ζήσω αυτή την τελευταία μου δυσκολία, να την κερδίσω, κ' ίσως να τη δώσω σα μια χαρά στους άλλους. Πως ; Με τι ; " Μα πρέπει ".
Τι πρέπει ; Ποιος μιλάει ; Τι λέει ; Γιατί ; " Μα πρέπει ".Εδώ ούτε καθήκοντα, ούτε ανάγκες πια. Ποιος προστάζει; Τι ζητούν από μένα ; και ποιοι ; Κ' οι φτωχοί, κ' οι αδικημένοι, κ' η πατρίδα, κι ο κόσμος, κι ο εαυτός μου ; Καθήκοντα κι ανάγκες. Ναι. Καθήκοντα κι ανάγκες.Ένα κόκκινο φως μέσα κ' έξω. Το αίμα κι ο αγέρας.Υπάρχουν. Υπάρχω. Να υπάρξουμε.Θα υπάρξουμε. Ένα κόκκινο φως η στιγμή μου. Και πρέπει να δέσω τις σκέψεις με τα πράγματα - να υπάρξουν χεροπιαστά. Και δεν έχω καιρό. Και τα πράγματα φύγαν. Δεν τα βλέπω.Οι άπιαστες σκέψεις απομένουν μόνο και πρέπει αυτές, τουλάχιστο, να τις κρατήσω - νάβρω κάποιο τρόπο να τις δώσω.-
Και τούτο δω το σαλιγκάρι που ανηφοράει ανέμελο στην πέτρα, αυτό και το εκκλησάκι του μαζί, - που πάει ; Δεν προσέχει. Να του μιλήσω ; να του εμπιστευτώ ; Είναι κουφό. Σα να μην έχει πάρει δανεικά από κανέναν, - τραβάει αυτό και το εκκλησάκι του μαζί. - Πρέπει λοιπόν να προφτάσω ολομόναχος, - τι να προφτάσω ;Δεν είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να σκεφτείς η στιγμή του θανάτου, κ' είναι η μόνη που την έχεις ακέρια, γιατί είναι το τέλος, και δω δε χωράνε διαψεύσεις κι απάτες - ποιος ο λόγος άλλωστε ;
Είμαι 29 μόλις χρονώ και το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να ζήσω. Δεν πρόφτασα ακόμη να σκεφτώ, μια και δεν πρόφτασα να ζήσω. Μες στη μάχη τι να σκεφτείς ;Δεν πρόφτασα. Μου χρειάζεται, τουλάχιστο, τούτη η ολόκληρη στιγμή μου για να ζήσω ολόκληρος. Θυμάμαι-.
Ήταν άνοιξη τότες. Καθόμασταν άκρη - άκρη στο λιμάνι της Αμμόχωστος,Και ξέρω τώρα-δεν τόξερα - τότες - ήταν όμορφη η ζωή, ( κ' είναι, κ' ίσως πιο όμορφη πάντα - όλο πιο όμορφη γίνεται - τη φτιάχνουμε )ήταν όμορφα τα στάχυα, τα κίτρα, τ' αμπέλια, τα σπίτια, οι γυναίκες, τα καΐκια -όμορφα πούπαιζαν οι ανταύγειες του νερού στα πλευρά των καραβιών - όμορφες κ' οι σκιές των καραβιών μες στο νερό. Σκιές γλάρων περνούσαν πάνω απ' την προκυμαία, πάνω απ' τα στρογγυλά τραπεζάκια του υπαίθριου καφενείου με τα φλιτζάνια του καφέ, κ' έτσι όπως κουβεντιάζαμε, τρεις παλιόφιλοι,δίχως ν' ανασηκώνουμε καθόλου το κεφάλινιώθαμε πως οι γλάροι ήταν απάνω μας και πίναμε μαζί με τον καφέ κάτι απ' τη φευγαλέα σκιά των γλάρων,μια γέψη απλοχωριάς, φιλίας κ' ελευθερίας.
Ε, ναι, είναι όμορφη η ζωή, κ' εγώ ήμουν όμορφος,( γιατί ήμουν ; Είμαι. ) Κι όλα μπορούμε να τα φτιάξουμε όμορφα χέρι με χέρι.Συχνά τα καλοκαίρια μες στην κάψα του μεσημεριού - και στο χιόνι - ένιωσα να στεριώνει η ζωή μ' εμπιστοσύνη τη σημαία της μες στα σκέλια μου,Κι όταν ακόμα με κύκλωνε ο φόβος μ' όλους τους κυκλώπειους ίσκιους τουΚι όταν μου τράνταζε τα φυλλοκάρδια η σημαία της πατρίδας που κρατούσα στα χέριαΚαθώς την πλαταγίζαν οι νευρώδεις άνεμοι, κείνη η άλλη σημαία δεν ξεχνιόταν. Ήταν όμορφα. Τώρα δε χωράει κάτι τέτοιο. Διάλεξα τη φωτιά.Η απόφασή μου πάρθηκε. Είμαι έτοιμος.
Λέτε νάναι πιο φαρδιά η πύλη του θανάτου ; Εδώ τελειώνω. Δεν ξέρω πάρα κάτω.Τ' άλλα φτιάχτε τα, πείτε τα, εσείς. Κέρδισα ακόμη μια στιγμή μεγάλη σαν ολόκληρο τον πόνο. Δεν ήξερα πως μια στιγμή μπορούσε νάχει τόση διάρκεια.Δεν είχα φανταστεί πως ο πόνος μπορούσε να σκέφτεται. Κι όλα έχουνε το βαθύ νόημά τους και προσμένουν να το βρούμε. Κι ο κόσμος θα φτώχαινεαν έλειπε ένα χαλικάκι, ένα τζιτζίκι, ή κ' η φωνή του γαλατά μες στο χάραμα. Τόμαθα.Μήπως αυτό είναι τάχα κείνο που λένε ηρωισμός ;Και που ωστόσο δεν τόξερε εκείνος που τον έλεγαν ήρωα; Και μήπως τάχα η σκέψη νικάει τη σιωπή, τη φωτιά και το χρόνο κι αυτό το λέμε μοίρα ; Δεν τόξερα. Τόμαθα. Γεια σας.
Αυτή την πιο όμορφη στιγμή μου σας την αφήνω, αδέρφια. Αυτό είναι το ντουφέκι μου - ολοκαίνουργιο τ' όπλο του ανθρώπου. Και τούτο το ντουφέκι, που μου καίει τα χέρια, το αγαπάω, αυτό το ντουφέκι το δροσίζω με ? - Δεν είναι κακό να με δείτε να κλαίω - είμαι πολύ συγκινημένος απ' όλα κι απ' τον εαυτό μου και πιο συγκινημένος απ' την ανακάλυψη αυτής της συγκίνησης.
Αν με γνωρίζατε αυτή τη στιγμή θ' άξιζε και να με αγαπήσετε, όπως κ' εγώ σας αγαπάω χωρίς ταπεινοσύνη ή περηφάνεια. Μα ποιος θα σας μεταδώσει τούτη τη στιγμή ; Δεν τη χωράνε τα λόγια, τα χέρια, τα μάτια, ούτε η πράξη, ούτε η σκέψη - είναι μεγάλη σαν εκείνο που λέμε πατρίδα μεγάλη σαν αυτό που λέμε γη μεγάλη σαν όλο τον κόσμο.(Τι αλλιώτικη που είναι η φωνή μου.) Σαν όταν δουλεύεις, με δικιά σου θέληση, στο χωραφάκι του φτωχού και δίψασες το μεσημέριΚαι παρατάς την τσάπα σου γερτή όλο εμπιστοσύνη στον κορμό της μονάκριβης συκιάςΚαι σκύβεις στο ρυάκι να πιεις κι αντικρίζεις στο γάργαρο ρυάκι το πρόσωπό σου ωραίο, ξαναμμένο απ' τη δουλειά, τον αγέρα, τη νιότη, τον ήλιο,Κι αποθαμάζεις στο νερό τα αστραποβόλα μάτια σου,και τούτο δε σε σταματάει μα πίνεις το νερό μαζί με τον εαυτό σου. Ξεδιψάς κι αναγέρνεις κατόπι το κεφάλι στον ουρανό σάμπως να ψάχνεις κάποιον νάβρεις στα ψηλά για να του πεις ευχαριστώ κ' είναι ο ουρανός κ' η γη μέσα σουκι όξω απέραντα κι ολόφωτα κ' είναι όλος ο κόσμοςδικός σου και μπορείς να τον δώσεις.
Αυτή η στιγμή είναι ανεπανάληπτη, γιατί είναι η αιωνιότητα, κ' η αιωνιότητα υπάρχει και τη δημιουργούμε - δεν επαναλαμβάνεται σαν κάτι που έρχεται και φεύγει και ξανάρχεται. Λοιπόν μην κλαίτε.Όμως εμένα αφήστε με να κλάψω, γιατί σε λίγο, το μαντεύω, δε θα μπορώ πια να κλάψω μες στην αναγνώριση της ευτυχίας πως μπορώ να πεθάνω.Συχωρέστε με.
Κι αλήθεια, ξέχασα να σας πω το κυριότερo-που μόλις τώρα τόμαθα-δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου :ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστόςόσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,χωρίς να τον σκοτώσει,για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και τη θυσία του,ποτέ ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο γαλήνια κι ολόφωτα τον κόσμο όσο την ώρα πουτο ράμφος του όρνεου βρήκε τα μάτια του ξέροντας,τότε μόνο, πως είχε αξιωθεί να δώσει το φως και τη φωτιά στον άνθρωπο,κι ακόμα, ναι, ποτέ τόσο όμορφος δεν ήταν ο μικρόςΓρηγόρης Αυξεντίου 29 χρονώ?
Λέω τον αριθμό των χρόνων μου και κλαίω ξέρονταςπως θα τον προσθέσετε στη δόξα του έθνους μας (ας μου συχωρεθεί κι αυτή μου η τελευταία αδυναμία).Ακούω αυτόν τον αριθμό στα χείλη σαςκαι θάθελα να τον φιλήσω πάνω στα χείλη σας.
Ήμουν ίσως μικρός για τη δόξα - ίσως μικρός για μια τέτοια ευτυχία. Μια πράξη σωστή είναι το πήδημα του ανθρώπου έξω απ' τη μοναξιά.Είναι το σφίξιμο χιλιάδων χεριών κι ο όρκος όλων. Είμαι έτοιμος.
Δε δέχομαι, όχι, τη θυσία για το θάνατο. Τη δέχομαιΜονάχα για τη ζωή - για μια ζωή που πια δε θα Απαιτεί καμιά θυσία. Είμαι έτοιμος.
Ποτέ δε θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότηταμιας σπηλιάς μπορούσε να έχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει την πατρίδα με τις ελιές της,τ' ακρογιάλια της, τα βάσανά της, με τα καΐκια της μ' ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιον αγέρα της,τον κόσμο με τα φλάμπουρά του, τα όνειρά του, τις καμπάνες του, και τα μικρά αγριόχορτα. Ανασαίνω,μέσα σ' αυτό το πέτρινο τούνελ που η έξοδός τουείναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου. Το ξέρω :από δω, κατευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο.Μην κλαίτε. Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ,Πως είναι δυνατή η ελευθερία. Γεια σας.Τούτη την ώρα δεν τρομάζω τα μικρά ή μεγάλα λόγια -Μπορώ να σκουπίσω τα μάτια μου στη σημαία μαςΜια και το ξέρω : στην απόλυτη στιγμή μουμες απ' το στόμιο του θανάτου οι συναγωνιστές μουθα παραλάβουν απ' τα χέρια μου φλεγόμενητη σημαία του ανένδοτου αγώνα, φλεγόμενη σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και το θάνατο σαν άσβηστη δάδα μέσα σ' όλες τις νύχτες των σκλάβων,φλεγόμενη η σημαία μας σα μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την Άγια Μετάληψη του Κόσμου.Μπορώ να επαναλάβω :
" Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου - το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίουενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ' το χωριό Λύση,οδηγού ταξί το επάγγελμα,πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξηΕ Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α "και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο - μην το ξεχάστε, σύντροφοι - Στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά,γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα ματωμένα γόνατα της πλάσης.
Δέκα ώρες είναι πάρα πολλές για όλα όταν έχεις ένα ντουφέκι, κάμποσες σφαίρες και το δίκιο με το μέρος σουΌταν έχεις δικά σου 29 χρόνια και μπορείςνα τα διαθέσεις μόνος σουόταν έχεις το θάνατο σου δικό σου. Γεια σας.
Όλο σας αποχαιρετώ κι ακόμα μένω. Ναι, η πιο μεγάλη πράξη της ζωής μας είναι η απόφαση του θανάτου μας,Όταν υπάρχει κάποια διέξοδος όταν μπορείς και να τον αποφύγεις, και συ τον διαλέγειςσαν τιμή και σα χρέος για τους άλλους,πιο πέρα απ' τις ανάγκες σου.Όποιος μπορεί να νικήσει μια στιγμή τη ζωή τουΝικάει και το θάνατο. Τόμαθα.
( Αλλιώτικα που ακούγεται η φωνή μου σήμερα. Μην είναι αυτή που μου ζητάτε ; αυτή που θάθελα ν' ακούσετε ; Μην είναι μονάχα αυτή η σωστή φωνή μου ; ή η φωνή σας ; η φωνή όλων μας ; )
Τα πάντα είναι ανύπαρχτα πριν τα σκεφτείς και πριν τα πράξεις. Όχι μονάχα να τα σκεφτείς, ή μονάχα να τα πράξεις, μα να τα πράξεις και να τα σκεφτείς μαζί.Και σεις, αδέρφια μου, πολύ με βοηθήσατε.( Κανένας δεν υπάρχει μόνος χωρίς τη βοήθεια του άλλου. )
Εσύ που θα κλάψεις για το θάνατό μου με βοήθησες να πεθάνω με το κεφάλι ψηλά εσύ που θα πάρεις το ντουφέκι μου να εκδικηθείς το θάνατό μουΜε βοήθησες να πεθάνω ευτυχισμένος για σένα και για μένα. Με βοήθησαν κι αυτοί που πέσανε πριν από μένα.Όπως και γω θα σας βοηθήσω.
Τούτη η ώρα δεν είναι για καυχησιές και ηρωισμούς,όταν βρίσκεσαι κατάφατσα με το θάνατο,και σας το λέω απλά, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου μιαν ανοιξιάτικη μέρα για ν' αποφύγω μια σύγκρουση μ΄ ένα κάρο που το οδηγάει ένας ατζαμής χωριάτης ή για να μη χτυπήσω ένα παιδί που παίζει ανύποπτο στη λιακάδα ή ακόμα, ναι, ( και τούτη η τρυφερότητα δεν είναι αταίριαστησ' έναν άντρα που πρόκειται να πεθάνει )για να μη λιώσω ένα αγριολούλουδο που πήγε το μπαστάρδικο και φύτρωσε καταμεσίς στη δημοσιάαθώο-αθώο και γαλανό σαν το μισόκλειστο ματάκι της πλάσης - ναι, τόσο απλά μπορώ να σας το πω, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου :" Τ' αληθινό μπόι του ανθρώπου μετριέται πάντα με το μέτρο της λευτεριάς ". Τίποτ' άλλο. Γεια σας.
Αν λυπάμαι για κάτι είναι που πια δε θα μπορέσω να κάνω τίποτα για σας ( όχι σα φήμη ή σαν ιδέα ή σα θρύλος, μα με τούτα τα ίδια μου τα χέρια ),Έτσι να πούμε, να, να ρίξω και γω μια ντουφεκιά στον αέρα στη γιορτή της απελευθέρωσηςή να φορτώσω σ' ένα μεγάλο φορτηγό εκατό τσουβάλια ψωμί, διακόσια τσουβάλια πατάτες,να σηκώσω κείνης της γριούλας τη ζαλιά τα ξύλα μες στο δάσος να σηκώσω το άλογο του γέρου αγωγιάτη πούπεσε μες στη λάσπη κάποιο βροχερό πρωινόνα δώσω μια κλωτσιά και γω στη μπάλα που παίζουν τα πατριωτάκια το δείλι στο γήπεδο ή να δώσω μια σβερκιά στο φίλο ένα βραδάκι που θα λέει ένα άνοστο αστείοή να μοιράσω, μια μέρα που η δουλειά πήγε καλά, μια χαρτοσακούλα καραμέλες στα πιτσιρίκια της γειτονιάς μου ή ν' ακουμπήσω αυτά τα δυνατά μου χέρια, που σήμερα τα αγάπησα, σ' ένα τραπεζάκι της Αμμόχωστος και, δίχως να κοιτάω τα εργατικά μου χέρια, να τα νιώθω πως ξεκουράζονται πάνω στα πέτρινα γόνατα του φιλικού μας κόσμου.
Σήμερα νιώθω μια τρυφερότητα για τον εαυτό μου ξέροντας πως θα μ' αγαπήσετεΣήμερα αγαπάω κ' εχτιμάω τον εαυτό μουσήμερα χαμογελάω στον εαυτό μου κοιτάζοντας τονμε τ' αδερφικά σας μάτια.
Μια στιγμή άφησα τ' όπλο μου να κρυώσει μια στάλα στην πέτρα, άνοιξα το γυλιό μου κ' έβγαλα το καθρεφτάκι της τσέπης, - ναι, είμαι όμορφος, - όταν μ' αγαπάτε - τι θα μπορούσα να κάνω για σας, - όταν μ' αγαπάτε -τι θα μπορούσα , μόνο τώρα το καταλαβαίνω-( κ' ίσως είναι αργά, μόνο με το θάνατό μου έχω να σας χαρίσω πια. ) λ.χ. θα μπορούσα να τινάξω ένα τανκ με μια γροθιά, να πελεκήσω ένα άγαλμα σ' 'ένα βουνό, μονομερίς - όταν μ' αγαπάτε - ή να χτίσω σε μια ώρα ένα πανύψηλο σκολειό. Δεν αστειεύουμαι. Δεν είναι ώρα, αδέρφια μου, για αστεία. Θάθελα νάμαι ωραίος μέσα κι όξω για ν' αξίζω την αγάπη σας, ναι, ( κι ας το πω κι αυτό : ) για να με σκέφτουνται σαν άντρα τους όλα τα ωραία κορίτσια, για να με σκέφτουνται σα φίλο τους όλοι οι ελληνικοί μας έφηβοι και τα παιδιά του κόσμου.Δεν προφταίνω.
Να πρόφταινα, τουλάχιστο, να ξυριστώ, να ψαλιδίσω λιγάκι το μουστάκι μου. Μα ίσως και να πηγαίνει λίγο γένι στη νεανική μορφή μου. ( Βλέπετε πόσο παιδί με κάνει η αγάπη σας ; Μου ξαναδίνει τη δικιά μου φωνή. )Για σκέψου, αδερφέ μου, μεθαύριο να διαλέγουν πάνω στα χνάρια μας τα κορίτσια τον άντρα τους τα παιδιά τους φίλους τους οι άντρες τις πράξεις τους,να ξέρεις πως και συ πορεύεσαι μαζί τους στ' αψηλά,σ' ένα ψηλό - ψηλό βουνό, όλο κορδέλες άσφαλτο,για ν' αγναντέψεις ακέρια την πλάση,τις πολιτείες γιομάτες καμινάδες κι αστεροσκοπεία και παράθυρα, τους κάμπους και τα δάσα, τα λιμάνια γιομάτα κατάρτια, τα ειρηνικά αεροπλάνα, τους λεβέντες αϊτούς και τους παιδιάστικους χαρταιτούς με κείνες τις αστείες πολύχρωμες ουρές τους - σ' ένα ψηλό-ψηλό βουνό, με μια αυτοκινητάρα τελευταία μάρκαπου ίσως θάχει τ' όνομά μας -.
Και μόλις τώρα το σκέφτηκα, πως τάχατες η ζωή δεν πάει μπροστά με σκοτεινές εξομολόγησες και μικρές ειλικρίνειες ( η εξομολόγηση - τόχω ακουστά, και τώρα το θυμήθηκα - σώζει, λέει, εκείνον που ξομολογιέται. Μα τον άλλον ; Κι ο άλλος τι σου χρωστάει να σηκώνει στη ράχη του σαν τσουβάλια άχρηστες πέτρες τα λόγια σου δίχως καν να μπορεί να τις χτίσει ; ) Το λοιπόν , η ζωή τραβάει μπροστά με πράξεις και θυσίες - μ' αυτό που λένε " γενική ηθική " κι ούτε που ξέρω πως τα λένε αυτά, κι ωστόσο τάπα.Εγώ το μόνο πούμαθα είναι : σα χουφτώνεις τη γωνιά του τραπεζιού είναι η γωνιά του τραπεζιού μ' όλη της τη στερεότητα κι όταν χουφτώνεις ένα στήθος ξέρεις πώς και τα πιο στέρεα χέρια τρέμουν και τότες θέλεις να σπείρεις χιλιάδες παιδιά για να χαρούν τον κόσμο μας που εσύ δεν πρόφτασες να τον χαρείς κ' ίσως, δε λέω, ίσως και να το ξέρεις - κάπου αλλού, βαθιά σου να το νιώθεις - πώς τούτο το στήθος"γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας και λευτεριάς".Και, βέβαια, που πρέπει να το ξέρεις. Γεια σας.
Άντε, γριά μάνα, μην αρχίσεις τώρα τις κλάψες. -Όχι;-Έτσι σε θέλω. Ρωμιά. Σου παίρνω λες τη ζωή σου ; Σου αφήνω την περφάνεια σου.Δε θα σέιδει ο εχτρός καμπουριασμένη. Το ξέρω. Θα πεις: "Είμαι πέρφανη για το γιο μου, - κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου".Έτσι. Γεια σου, μάνα.
Ο πατέρας θα με γνωρίσει στο νεκροτομείο απ' τις χοντρές ελληνικές κοκάλες μου, όμοιες με τις δικές του, κι απ' το σταυρό της πατρίδας πούχα φυλαχτάρι μες στις τρίχες του κόρφου μου. Μιλάω για μένα σα νάμαι ερωτευμένος με τα μένα, σα νάναι η Ρωμιοσύνη ερωτευμένη με τα μένα. Συχωράτε με.Εσείς μου το δώσατε τούτο το δικαίωμα. Ευχαριστώ.Εσείς, κ' η αγάπη μας, κι ο θάνατός μου. Το ξέρω, ως και κείνος που πήρε τα 5.000 αργύρια θα πιει κάποιο βραδάκι ένα ποτήρι στην υγειά μου σε μια ταβέρνα της Πάφος και θ' απογείρει να κλάψει μέσα στο ποτήρι του,Γιατί ήμουνα φίλος καλός κ' ίσως να γίνει φίλος μας κι αυτός μια μέρα.
Τώρα λοιπόν, βαθιά και σίγουρα, μπορώ να σας το πω, σα να οδηγάω, και πάλι, το αμαξάκι μου σ' ένα ασφαλτοστρωμένο δρόμο της Κύπρου ίσα και παστρικά, ένα ολογάλανο κ' ήμερο πρωινό, - μπορώ να το πω :" Η αρετή μας είναι η αμοιβαία μας χρησιμότητα ".Εν τάξει αδέρφια. Εδώ δεν είναι ακατόρθωτη η αδερφοσύνη για μας και για όλους. Εδώ οι διαφορές βουλιάζουνε σ' ένα χαμόγελο, - κ' είναι έτσι όπως ακούς, κείνες τις νύχτες του καλοκαιριού, - γαλάζιες, αργυρές και ρόδινες - σ' ένα μονάχα φέγγος ευτυχίας όλα τα ξέχωρα σπιτίσια μουρμουρίσματα και των μικρών και των μεγάλων άστρων και τρέμει η ρίζα της καρδιάς και τρέμει ο κόσμος τόσο που θέλεις να σκουντήσεις τον αγκώνα κάποιου φίλου για ν' ακούσεις μαζί του, ή τον αγκώνα έστω μιας πέτρας για ν' ακούσει και κείνη,να μοιράσεις τη χαρά σου.
Με τούτη την αγάπη, λέω, που μια μέρα, οι ξύλινοι σταυροί θα μπουμπουκιάσουν τριαντάφυλλα - ναι, κι ο δικός μου ο σταυρός, ο καμένος, ο πέτρινος, με τούτη, λέω, την αγάπη μια μέρα θα λυγίσουμε κείνους που φέρνουν τ' άδικο και σπέρνουνε το μίσος.Τούτη είναι η εντολή μου -μ' όλο που αυτή την ώρα δεν το ξέρω το μίσοςσα να μην τόμαθα ποτές ή να το ξέχασα. Γεια σας.
Όλο ετοιμάζουμαι να φύγω. Όλο σας αποχαιρετώ, κι ακόμα στέκω σαν κάτι νάχω να προστέσω ακόμα στον κόσμο. Σα νάχω να προσφέρω λίγη ακόμα ευτυχία σε σαςαπ' το μεδούλι μου. Θυμάμαι -
καλοκαιριάτικο σούρουπο ήταν -σταμάτησα τ' αμάξι μπροστά σε μια καλύβα. Διψούσα. Μια μαυροφορεμένη γριά με φίλεψε με το κανάτι δροσερό νερό. " Φχαριστώ γιαγιά ", της είπα. " Καλή λευτεριά, γιε μου ", αποκρίθηκε." Καλή λευτεριά, γιαγιά " της ξανάπα - κ' ένιωσα πως της την χρωστάω.
Μούβγαλε το κασκέτο και μου σφούγγισε με το χέρι της το κούτελό μου.( Ξέρετε, κ' οι γριές μπορούνε να χαμογελάνε. ) Τη λευτεριά το λοιπόν ο καθένας μας τήνε χρωστάει σ' όλους. Μια λευτεριά μονάχα για τον ένα δε φελάει σε τίποτα ( αν υπάρχει ).Τίποτα δεν είναι μήτε για τον ίδιον. " Άντε γεια σου γιαγιά. Καλή λευτεριά, το λοιπόν " - κι' έτριψα λίγο τα μάτια μου - έπεφτε κιόλας γαλανό το θάμπος της βραδιάς, δεν καλόβλεπα.
Κι όπως τράβηξα πάλι με χαμηλωμένα τα δυο φώτα μου( γιατί έφεγγε ακόμα ) ένιωθα ν' ανεβαίνω με τα' αμάξι μου, μαζί και ο μέγας κάμπος της Μεσαορίας βαθύς και σιωπηλός, αχνισμένος απ' το αργό φεγγαρόφωτο, ένιωθα ν' ανεβαίνω ίσα στον ουρανό κ' ένιωθα το φεγγάρι που με χτύπησε κατάστηθα ολόδροσο,σάμπως χρυσό κωνσταντινάτο το φεγγάρι κρεμασμένο μ' ένα σπάγκο απ' το λαιμό μου, να με δροσίζει τη καρδιά και λίγο - λίγο να ζεσταίνεται και ν' αχνίζει στον κόρφο μου. Κι έλεγα :δε φτάνει το τραπέζι, μήτε κάμποσος παράς στην τσέπη, μήτε το ψωμί και το φιλί - ο άνθρωπος είναι πιο τρανόςαπ' την καθημερνή την έγνοια του.Κ' έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει την έγνοια του για το ψωμί κι όλο τραβάει πιο πέρα απ' τη σκλαβιά του από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα, απ' το ξεσκλάβωμα της πατρίδας στο ξεσκλάβωμα του κόσμου ώσπου να νιώσει, μπαίνοντας ίσα στον ουρανό, ν' αχνίζει το φεγγάρι στον κόρφο του, ώσπου να κλάψει μια νύχτα από αγάπη για όλο τον κόσμο. Έτσι άφησα σ' ένα χαντάκι τ' αμάξι μου.Πήρα τ' όπλο. Κι ανέβηκα στο βουνό. Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά που το στόμιό της βλέπει ολόισα τον ήλιο. Το στρογγυλό της στόμιο είναι ο ίδιος ο ήλιοςπου θα τον νιώσω πάλι δροσερό, καθώς θα με περνάνε,( όπως κείνη τη νύχτα το φεγγάρι ) - θα τον νιώσω δροσερό κωνσταντινάτο να μου δροσίζει το καμένο στήθος, κ' έτσι λίγο - λίγο να ζεσταίνεται ο ήλιος και ν' αχνίζει στον κόρφο μας. Γεια σας.
Ποίημα του Γιάννη Ρίτσου
( Ο Γρηγόρης ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ αποκλεισμένος στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά ).
Τέλειωσαν πια τα ψέματα - δικά μας και ξέναΗ φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δεν μπορείς πιαΝα ξεχωρίσεις αν καίγεται σκοίνος ή φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά πλησιάζει.
Κι όμως πρέπει να προφτάσω να ξεχωρίσω,Να δω, να υπολογίσω, να σκεφτώ - ( για ποιόν; Για μένα;Για τους άλλους; ) Πρέπει.Μου χρειάζεται πριν απ' το θάνατό μου μια ύστατη γνώση, η γνώση του θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω.
Οι άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τι ησυχία - σα νάναι εδώ να γεννηθεί ένα παιδί ή να πεθάνει ένας μάρτυρας, και περιμένεις ν' ακουστεί μια πελώρια κραυγή ( του παιδιού ή του Θεού ), μια κραυγή πιο τρανή απ' τη σιωπήΠου θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα, να μπορέσεις να θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μια άχρονη στιγμή, τα πάντα. Όμως τίποτα.
Μαρμαρωμένη ησυχία, - μ' όλο που ακούγονταιΟι ντουφεκιές κ' οι φωνές - πόσο ξένα, δεν ακούγονται, χαράζονταιΣτεγνά σα σύρματα κομμένα ή σα νερά που κρυστάλλωσαν πριν πέσουνΚαι μένουν σ' έναν ξένο χώρο, σταματημένα κ' αιχμηρά. Τι ησυχία, -Μ' όλο που ακούγεται η έλευση της φωτιάς. Δεν είναι ώρα πια για πίσω. -
Πίσω και πλάι και πάνω, το φράγμα της πέτρας, μπροστά ένας μικρός ή ο ατελείωτος θάνατος, στη μέση ( στη μέση ; ) εγώ. - Τι είναι ένας άνθρωπος κλεισμένος στη φωτιά και στην πέτρα, που η μόνη του διέξοδος :Ένας τμηματικός θάνατος ; Πρέπει να τον γνωρίσω.Δεν προφταίνω. Ίσως και να μπορούσα να γλυτώσω. Ίσως μπορούσαν' αντέξω την καταφρόνια ή την συγγνώμη ή την λησμονιά των άλλων. Όμως εγώ θα μπορούσα να λησμονήσω το φως που ονειρευτήκαμε μαζί ; κείνο το μέγα καρδιοχτύπι της σημαίας μας ; Θα μπορούσα να βολευτώ στον ίσκιο μιας γωνιάς με σταυρωμένα τα χέρια γύρω στα σταυρωμένα γόνατασα μνησίκακη, μεμψίμοιρη ή αμέτοχη αράχνη που πλέκει μόνο με το σάλιο της τα δίχτυα της ;
Ίσως μπορούσε, κ' έτσι ακόμη, νάταν όμορφα - Μια πεταλούδα παραπλανημένη ίσως θαρχόταν κάποτε να καθίσει στα κάγκελα του παραθύρουΠαίζοντας αόριστα, όχι για μένα, (μα ίσως και για μένα), τη δίδυμη, λεπτή σημαιούλα της,Μια γραμμή φως ίσως περνούσε απ' τη χαραματιά της πόρτας σαν το μικρό δαχτυλάκι μιας φίληςΠου τραβάει επιτιμητικά μια γραμμή στη σκόνη του τραπεζιού σου με τα τεφτέρια σου.Η φωνή ενός παιδιού - δε μπορεί - θ' ακουγόταν στα χωράφια ένα απόγευμα κ' η ματιά μιας γυναίκας που ονειρεύεται χαμογελώντας - η ματιά της, χαμένη στο βράδυ, θα σ' άγγιζε,Η ματιά μιας γυναίκας που δε σ' είδε και την είδες.
Ίσως και νάταν καλά. Ένας γλόμπος που θ' άναβε νωρίς μπροστά στην καγκελόπορτα της φυλακής σουμες στο ρόδινο ανοιξιάτικο δείλι, θάταν ίσωςτούτος ο γλόμπος η απαλή καμπύλη ολόκληρης ακρογιαλιάς, θα μαζεύονταν πάνω του τα έντομασαν τα μικρά καΐκια σ' ένα λιμανάκι του νησιού μας.
Παντού μπορείς να ταξιδέψεις κι ασάλευτος. Μονάχα η τελευταία ακινησία : αταξίδευτη. Δε μπόρεσα να φύγω.Δε χωρούσα. Ήταν η έξοδος στενή. Μούλειψε και το θάρροςμήπως και δε μπορέσω να πεθάνω. Συχωράτε με.Ίσως οι τέσσερις συντρόφοι μου νάταν πιο δυνατοί από μένα - δηλαδή πιο ειλικρινείς.Εγώ ήμουν αδύναμος : Ντράπηκα.
Εσείς πηγαίνετε. ( Φύγανε.) Δε σας κρατώ. ( Φύγανε κιόλας. ) Στο καλό. Η φωτιά πλησιάζει. Συχωράτε με, φίλοι που δεν μπόρεσα να σας ακολουθήσω, που σας άφησα μόνους σε τούτη την έξοδο. Είναι η πρώτη φορά. Δε μπορούσα. Συγχωρέστε με.
Κι όμως, το νιώθω ακόμη, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στην ερημιά σαν κουρασμένος πεισματάρης βράχος, ξεχασμένος, ή ν' αδικιέμαι, ν' αδικώ, να βλέπω ν' αδικούνται οι φίλοι μου και να σωπαίνω, ή σα δαρμένος, μαδημένος σκύλος που κοιτάει καχύποπτα τη σκιά ενός σπουργιτιού και τη σκιά του,Ή (το μελέτησα κι αυτό) ασκητεύοντας, να λειάνω με τις ρώγες των δαχτύλων μου(μαλακωμένες πια απ' την αχρηστία) να λειάνω μια πέτρα κι ώρες ν' αποξεχνιέμαι κοιτάζοντας τις ασάλευτες φλέβες της, κι έτσι σκυφτόςνα κλαίω αμίλητα απ' την ευτυχία να υπάρχω. Δε μπόρεσα.
Αν έβγαινα παραδίνοντας τα κλειδιά μου, μπουσουλώντας με χέρια και με πόδια (κάθε έξοδος είναι στενή, συντρόφια μου), αν κινούσα να παραδώσω σα σκισμένη σημαία την ψυχή μου - Ποια ψυχή μου ; Δεν πρόφτασα όλη να τη δοκιμάσω, να τη γνωρίσω ολόκληρη. Μου χρειάζεται τούτη η στιγμή, να μάθω που και τι θα παραδώσω ή δε θα παραδώσω. Ξέρω πως θα μπορούσε νάμαι στη θέση σας, αδέρφια μου που φύγατε, γιατί ξέρω, όπως κι εσείς, τι θα πει πόνος και φόβος,μα εγώ είχα ένα φόβο πιο μεγάλο απ' τον πόνο μου κι απ' το φόβο σας, όχι μονάχα το φόβο του κορμιού μου, μα και τον φόβο της ψυχής μου, που δεν την ξέρω - ο ίσκιος της κάθε κίνησής μου μεγάλωνε απέραντα πάνω σ' έναν τρομαχτικά κάτασπρο τοίχο,και κάθε σφυγμό μου τον άκουγα να πέφτει μες στο πάντοτε γράφοντας στέρεους κ' υδάτινους κύκλους ατελείωτους. Έτσι με τούτο το φόβο της ψυχής μου γλύτωσα απ' το φόβο του κορμιού μου. Ωστόσο ξέρω όλο το φόβο, και μπορείτε να με πιστέψετε, γιατί κανένας μας δεν είναι που να θέλει να πονάμε ή να φοβόμαστε.
Εδώ τουλάχιστο, μπορείτε να με πιστέψετε.Εδώ δεν είναι δύσκολο ν' αγαπηθούμε. Όλα είναι τόσο δύσκολα, κ' ίσως για τούτο και ν' αξίζουν. Όμως δε θα μπορούσα να περπατήσω με κομμένα τα γόνατα της ψυχής μου. Με του κορμιού μου, τα πόδια και τα χέρια κομμένα, θα το μπορούσα. Συχωράτε με. Γεια σας.
Έφυγαν. Ησυχία. Τι μοναξιά πυκνοκατοικημένη. Τα πάντα πυκνά και διαλυμένα. Το απέραντο δίχως βάρος μάρτυρες. Σε ποιόν να μιλήσω και γιατί ; Αν είχαν τουλάχιστο μείνει. -
Δεν πρέπει να βουλιάξω μέσα μου. Ας κρατηθώ έστω απ' τη φωνή μου, απ' τον ήχο του δικού μου ντουφεκιού, να μείνει το κεφάλι μου έξω ή μοναχά το μέτωπό μου και τα μάτια μου. Θέλω να βλέπω.
Θέλω να φανταστώ τα δέντρα, τα παράθυρα, τα πράγματα, να νιώσω τη σπιτίσια ζεστασιά τους, ν' αντιμετωπίσω αυτή τη μεγάλη παγωνιά της φωτιάς που πλησιάζει. Μια καρέκλα ακουμπισμένη στη γωνιά μιας κάμαρας μπορεί και νάναι, λέω, σαν εσωτερικό καμπαναριού, όπου ο ήχος της καμπάνας στρογγυλός κατεβαίνει γεμίζοντας με κυριακάτικη ησυχία το σπίτι. Δε μπορώ να συνεχίσω.
Μοιάζει ανέφικτη η νίκη δίχως μάρτυρες που να τη διαλαλήσουν.
Θέλω να φανταστώ το πτώμα μου τριγυρισμένο από κλαμένους φίλους και μεσίστιες σημαίες για να μπορέσω να παραιτηθώ απ' το σώμα μου. Κανείς τριγύρω μου. Μάρτυρας μόνος η φωνή μου - κι αυτή πώς να περάσει τη φωτιά και την πέτρα ;Πρέπει μονάχος να τα βγάλω πέρα. Τι ησυχία ! - σα μόνιμη. Ρητή. Το παγούρι μου θυμίζει πως κιόλας δε διψώ. Δε θα διψάσω πια. Κι όμως το γυλιό μου εκεί στο καρφί κρέμεται ακόμη με την έκφραση του πρώτου άστρου της βραδιάς πάνω απ' την παραλία της Λεμεσός την ώρα που τα γκαρσόνια καταβρέχουν με λαστιχένιους σωλήνες το πεζοδρόμιο ύστερα από την τρομερή ζέστη μιας μέρας του Ιούλη, την ώρα που βγάζουν τα πρώτα τραπεζάκια στην προκυμαία για τους βραδινούς πελάτες, την ώρα που κι ο πιο μικρός θόρυβος του πιο μικρού ψαριού, εκεί δίπλα, στα ρηχά, φωνάζει :" αύριο, αύριο, αύριο".
Ναι, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στη μοναξιά, στη λησμονιά, οπουδήποτε, απόστρατος κι ανεύθυνος, δίχως φθόνο, να χαίρουμαι τα κατορθώματα των άλλων, ένδοξες πράξεις, που δεν έκανα εγώ - να κοιτάω τη διαδρομή ενός αργοπορημένου μερμηγκιού που κουβαλάει μες στο ολοπόρφυρο λιόγερμα ένα σπυρί καλαμπόκι πιο μεγάλο απ' το μπόι του και να νιώθω όλης της γης το κάλεσμα και του καλοκαιριού τη ζέστα με τα πόδια αυτού του μερμηγκιού, κι όλου του κόσμου η ευγνωμοσύνη αμίλητη να στέκει μες στα μάτια μου καθώς θ' ακούω αιώνια κείνο το ψαράκι να φωνάζει :"αύριο, αύριο". Ποιο αύριο σήμερα ;
Τρομερή παγωνιά τούτη η ζέστη. Δεν προφταίνω. Ο αέρας χάνεται. Και πρέπει να εξαντλήσω την προθεσμία μου. Ν' αφήσω και κάποια διαθήκη. Τι χρειάζεται ;Θα την κάψει κι αυτήν η φωτιά. Δε θα την κάψει. Τι δύσκολα, λοιπόν που τελειώνει η ζωή. Και πρέπει να προλάβω να ζήσω αυτή την τελευταία μου δυσκολία, να την κερδίσω, κ' ίσως να τη δώσω σα μια χαρά στους άλλους. Πως ; Με τι ; " Μα πρέπει ".
Τι πρέπει ; Ποιος μιλάει ; Τι λέει ; Γιατί ; " Μα πρέπει ".Εδώ ούτε καθήκοντα, ούτε ανάγκες πια. Ποιος προστάζει; Τι ζητούν από μένα ; και ποιοι ; Κ' οι φτωχοί, κ' οι αδικημένοι, κ' η πατρίδα, κι ο κόσμος, κι ο εαυτός μου ; Καθήκοντα κι ανάγκες. Ναι. Καθήκοντα κι ανάγκες.Ένα κόκκινο φως μέσα κ' έξω. Το αίμα κι ο αγέρας.Υπάρχουν. Υπάρχω. Να υπάρξουμε.Θα υπάρξουμε. Ένα κόκκινο φως η στιγμή μου. Και πρέπει να δέσω τις σκέψεις με τα πράγματα - να υπάρξουν χεροπιαστά. Και δεν έχω καιρό. Και τα πράγματα φύγαν. Δεν τα βλέπω.Οι άπιαστες σκέψεις απομένουν μόνο και πρέπει αυτές, τουλάχιστο, να τις κρατήσω - νάβρω κάποιο τρόπο να τις δώσω.-
Και τούτο δω το σαλιγκάρι που ανηφοράει ανέμελο στην πέτρα, αυτό και το εκκλησάκι του μαζί, - που πάει ; Δεν προσέχει. Να του μιλήσω ; να του εμπιστευτώ ; Είναι κουφό. Σα να μην έχει πάρει δανεικά από κανέναν, - τραβάει αυτό και το εκκλησάκι του μαζί. - Πρέπει λοιπόν να προφτάσω ολομόναχος, - τι να προφτάσω ;Δεν είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να σκεφτείς η στιγμή του θανάτου, κ' είναι η μόνη που την έχεις ακέρια, γιατί είναι το τέλος, και δω δε χωράνε διαψεύσεις κι απάτες - ποιος ο λόγος άλλωστε ;
Είμαι 29 μόλις χρονώ και το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να ζήσω. Δεν πρόφτασα ακόμη να σκεφτώ, μια και δεν πρόφτασα να ζήσω. Μες στη μάχη τι να σκεφτείς ;Δεν πρόφτασα. Μου χρειάζεται, τουλάχιστο, τούτη η ολόκληρη στιγμή μου για να ζήσω ολόκληρος. Θυμάμαι-.
Ήταν άνοιξη τότες. Καθόμασταν άκρη - άκρη στο λιμάνι της Αμμόχωστος,Και ξέρω τώρα-δεν τόξερα - τότες - ήταν όμορφη η ζωή, ( κ' είναι, κ' ίσως πιο όμορφη πάντα - όλο πιο όμορφη γίνεται - τη φτιάχνουμε )ήταν όμορφα τα στάχυα, τα κίτρα, τ' αμπέλια, τα σπίτια, οι γυναίκες, τα καΐκια -όμορφα πούπαιζαν οι ανταύγειες του νερού στα πλευρά των καραβιών - όμορφες κ' οι σκιές των καραβιών μες στο νερό. Σκιές γλάρων περνούσαν πάνω απ' την προκυμαία, πάνω απ' τα στρογγυλά τραπεζάκια του υπαίθριου καφενείου με τα φλιτζάνια του καφέ, κ' έτσι όπως κουβεντιάζαμε, τρεις παλιόφιλοι,δίχως ν' ανασηκώνουμε καθόλου το κεφάλινιώθαμε πως οι γλάροι ήταν απάνω μας και πίναμε μαζί με τον καφέ κάτι απ' τη φευγαλέα σκιά των γλάρων,μια γέψη απλοχωριάς, φιλίας κ' ελευθερίας.
Ε, ναι, είναι όμορφη η ζωή, κ' εγώ ήμουν όμορφος,( γιατί ήμουν ; Είμαι. ) Κι όλα μπορούμε να τα φτιάξουμε όμορφα χέρι με χέρι.Συχνά τα καλοκαίρια μες στην κάψα του μεσημεριού - και στο χιόνι - ένιωσα να στεριώνει η ζωή μ' εμπιστοσύνη τη σημαία της μες στα σκέλια μου,Κι όταν ακόμα με κύκλωνε ο φόβος μ' όλους τους κυκλώπειους ίσκιους τουΚι όταν μου τράνταζε τα φυλλοκάρδια η σημαία της πατρίδας που κρατούσα στα χέριαΚαθώς την πλαταγίζαν οι νευρώδεις άνεμοι, κείνη η άλλη σημαία δεν ξεχνιόταν. Ήταν όμορφα. Τώρα δε χωράει κάτι τέτοιο. Διάλεξα τη φωτιά.Η απόφασή μου πάρθηκε. Είμαι έτοιμος.
Λέτε νάναι πιο φαρδιά η πύλη του θανάτου ; Εδώ τελειώνω. Δεν ξέρω πάρα κάτω.Τ' άλλα φτιάχτε τα, πείτε τα, εσείς. Κέρδισα ακόμη μια στιγμή μεγάλη σαν ολόκληρο τον πόνο. Δεν ήξερα πως μια στιγμή μπορούσε νάχει τόση διάρκεια.Δεν είχα φανταστεί πως ο πόνος μπορούσε να σκέφτεται. Κι όλα έχουνε το βαθύ νόημά τους και προσμένουν να το βρούμε. Κι ο κόσμος θα φτώχαινεαν έλειπε ένα χαλικάκι, ένα τζιτζίκι, ή κ' η φωνή του γαλατά μες στο χάραμα. Τόμαθα.Μήπως αυτό είναι τάχα κείνο που λένε ηρωισμός ;Και που ωστόσο δεν τόξερε εκείνος που τον έλεγαν ήρωα; Και μήπως τάχα η σκέψη νικάει τη σιωπή, τη φωτιά και το χρόνο κι αυτό το λέμε μοίρα ; Δεν τόξερα. Τόμαθα. Γεια σας.
Αυτή την πιο όμορφη στιγμή μου σας την αφήνω, αδέρφια. Αυτό είναι το ντουφέκι μου - ολοκαίνουργιο τ' όπλο του ανθρώπου. Και τούτο το ντουφέκι, που μου καίει τα χέρια, το αγαπάω, αυτό το ντουφέκι το δροσίζω με ? - Δεν είναι κακό να με δείτε να κλαίω - είμαι πολύ συγκινημένος απ' όλα κι απ' τον εαυτό μου και πιο συγκινημένος απ' την ανακάλυψη αυτής της συγκίνησης.
Αν με γνωρίζατε αυτή τη στιγμή θ' άξιζε και να με αγαπήσετε, όπως κ' εγώ σας αγαπάω χωρίς ταπεινοσύνη ή περηφάνεια. Μα ποιος θα σας μεταδώσει τούτη τη στιγμή ; Δεν τη χωράνε τα λόγια, τα χέρια, τα μάτια, ούτε η πράξη, ούτε η σκέψη - είναι μεγάλη σαν εκείνο που λέμε πατρίδα μεγάλη σαν αυτό που λέμε γη μεγάλη σαν όλο τον κόσμο.(Τι αλλιώτικη που είναι η φωνή μου.) Σαν όταν δουλεύεις, με δικιά σου θέληση, στο χωραφάκι του φτωχού και δίψασες το μεσημέριΚαι παρατάς την τσάπα σου γερτή όλο εμπιστοσύνη στον κορμό της μονάκριβης συκιάςΚαι σκύβεις στο ρυάκι να πιεις κι αντικρίζεις στο γάργαρο ρυάκι το πρόσωπό σου ωραίο, ξαναμμένο απ' τη δουλειά, τον αγέρα, τη νιότη, τον ήλιο,Κι αποθαμάζεις στο νερό τα αστραποβόλα μάτια σου,και τούτο δε σε σταματάει μα πίνεις το νερό μαζί με τον εαυτό σου. Ξεδιψάς κι αναγέρνεις κατόπι το κεφάλι στον ουρανό σάμπως να ψάχνεις κάποιον νάβρεις στα ψηλά για να του πεις ευχαριστώ κ' είναι ο ουρανός κ' η γη μέσα σουκι όξω απέραντα κι ολόφωτα κ' είναι όλος ο κόσμοςδικός σου και μπορείς να τον δώσεις.
Αυτή η στιγμή είναι ανεπανάληπτη, γιατί είναι η αιωνιότητα, κ' η αιωνιότητα υπάρχει και τη δημιουργούμε - δεν επαναλαμβάνεται σαν κάτι που έρχεται και φεύγει και ξανάρχεται. Λοιπόν μην κλαίτε.Όμως εμένα αφήστε με να κλάψω, γιατί σε λίγο, το μαντεύω, δε θα μπορώ πια να κλάψω μες στην αναγνώριση της ευτυχίας πως μπορώ να πεθάνω.Συχωρέστε με.
Κι αλήθεια, ξέχασα να σας πω το κυριότερo-που μόλις τώρα τόμαθα-δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου :ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστόςόσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,χωρίς να τον σκοτώσει,για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και τη θυσία του,ποτέ ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο γαλήνια κι ολόφωτα τον κόσμο όσο την ώρα πουτο ράμφος του όρνεου βρήκε τα μάτια του ξέροντας,τότε μόνο, πως είχε αξιωθεί να δώσει το φως και τη φωτιά στον άνθρωπο,κι ακόμα, ναι, ποτέ τόσο όμορφος δεν ήταν ο μικρόςΓρηγόρης Αυξεντίου 29 χρονώ?
Λέω τον αριθμό των χρόνων μου και κλαίω ξέρονταςπως θα τον προσθέσετε στη δόξα του έθνους μας (ας μου συχωρεθεί κι αυτή μου η τελευταία αδυναμία).Ακούω αυτόν τον αριθμό στα χείλη σαςκαι θάθελα να τον φιλήσω πάνω στα χείλη σας.
Ήμουν ίσως μικρός για τη δόξα - ίσως μικρός για μια τέτοια ευτυχία. Μια πράξη σωστή είναι το πήδημα του ανθρώπου έξω απ' τη μοναξιά.Είναι το σφίξιμο χιλιάδων χεριών κι ο όρκος όλων. Είμαι έτοιμος.
Δε δέχομαι, όχι, τη θυσία για το θάνατο. Τη δέχομαιΜονάχα για τη ζωή - για μια ζωή που πια δε θα Απαιτεί καμιά θυσία. Είμαι έτοιμος.
Ποτέ δε θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότηταμιας σπηλιάς μπορούσε να έχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει την πατρίδα με τις ελιές της,τ' ακρογιάλια της, τα βάσανά της, με τα καΐκια της μ' ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιον αγέρα της,τον κόσμο με τα φλάμπουρά του, τα όνειρά του, τις καμπάνες του, και τα μικρά αγριόχορτα. Ανασαίνω,μέσα σ' αυτό το πέτρινο τούνελ που η έξοδός τουείναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου. Το ξέρω :από δω, κατευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο.Μην κλαίτε. Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ,Πως είναι δυνατή η ελευθερία. Γεια σας.Τούτη την ώρα δεν τρομάζω τα μικρά ή μεγάλα λόγια -Μπορώ να σκουπίσω τα μάτια μου στη σημαία μαςΜια και το ξέρω : στην απόλυτη στιγμή μουμες απ' το στόμιο του θανάτου οι συναγωνιστές μουθα παραλάβουν απ' τα χέρια μου φλεγόμενητη σημαία του ανένδοτου αγώνα, φλεγόμενη σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και το θάνατο σαν άσβηστη δάδα μέσα σ' όλες τις νύχτες των σκλάβων,φλεγόμενη η σημαία μας σα μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την Άγια Μετάληψη του Κόσμου.Μπορώ να επαναλάβω :
" Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου - το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίουενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ' το χωριό Λύση,οδηγού ταξί το επάγγελμα,πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξηΕ Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α "και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο - μην το ξεχάστε, σύντροφοι - Στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά,γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα ματωμένα γόνατα της πλάσης.
Δέκα ώρες είναι πάρα πολλές για όλα όταν έχεις ένα ντουφέκι, κάμποσες σφαίρες και το δίκιο με το μέρος σουΌταν έχεις δικά σου 29 χρόνια και μπορείςνα τα διαθέσεις μόνος σουόταν έχεις το θάνατο σου δικό σου. Γεια σας.
Όλο σας αποχαιρετώ κι ακόμα μένω. Ναι, η πιο μεγάλη πράξη της ζωής μας είναι η απόφαση του θανάτου μας,Όταν υπάρχει κάποια διέξοδος όταν μπορείς και να τον αποφύγεις, και συ τον διαλέγειςσαν τιμή και σα χρέος για τους άλλους,πιο πέρα απ' τις ανάγκες σου.Όποιος μπορεί να νικήσει μια στιγμή τη ζωή τουΝικάει και το θάνατο. Τόμαθα.
( Αλλιώτικα που ακούγεται η φωνή μου σήμερα. Μην είναι αυτή που μου ζητάτε ; αυτή που θάθελα ν' ακούσετε ; Μην είναι μονάχα αυτή η σωστή φωνή μου ; ή η φωνή σας ; η φωνή όλων μας ; )
Τα πάντα είναι ανύπαρχτα πριν τα σκεφτείς και πριν τα πράξεις. Όχι μονάχα να τα σκεφτείς, ή μονάχα να τα πράξεις, μα να τα πράξεις και να τα σκεφτείς μαζί.Και σεις, αδέρφια μου, πολύ με βοηθήσατε.( Κανένας δεν υπάρχει μόνος χωρίς τη βοήθεια του άλλου. )
Εσύ που θα κλάψεις για το θάνατό μου με βοήθησες να πεθάνω με το κεφάλι ψηλά εσύ που θα πάρεις το ντουφέκι μου να εκδικηθείς το θάνατό μουΜε βοήθησες να πεθάνω ευτυχισμένος για σένα και για μένα. Με βοήθησαν κι αυτοί που πέσανε πριν από μένα.Όπως και γω θα σας βοηθήσω.
Τούτη η ώρα δεν είναι για καυχησιές και ηρωισμούς,όταν βρίσκεσαι κατάφατσα με το θάνατο,και σας το λέω απλά, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου μιαν ανοιξιάτικη μέρα για ν' αποφύγω μια σύγκρουση μ΄ ένα κάρο που το οδηγάει ένας ατζαμής χωριάτης ή για να μη χτυπήσω ένα παιδί που παίζει ανύποπτο στη λιακάδα ή ακόμα, ναι, ( και τούτη η τρυφερότητα δεν είναι αταίριαστησ' έναν άντρα που πρόκειται να πεθάνει )για να μη λιώσω ένα αγριολούλουδο που πήγε το μπαστάρδικο και φύτρωσε καταμεσίς στη δημοσιάαθώο-αθώο και γαλανό σαν το μισόκλειστο ματάκι της πλάσης - ναι, τόσο απλά μπορώ να σας το πω, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου :" Τ' αληθινό μπόι του ανθρώπου μετριέται πάντα με το μέτρο της λευτεριάς ". Τίποτ' άλλο. Γεια σας.
Αν λυπάμαι για κάτι είναι που πια δε θα μπορέσω να κάνω τίποτα για σας ( όχι σα φήμη ή σαν ιδέα ή σα θρύλος, μα με τούτα τα ίδια μου τα χέρια ),Έτσι να πούμε, να, να ρίξω και γω μια ντουφεκιά στον αέρα στη γιορτή της απελευθέρωσηςή να φορτώσω σ' ένα μεγάλο φορτηγό εκατό τσουβάλια ψωμί, διακόσια τσουβάλια πατάτες,να σηκώσω κείνης της γριούλας τη ζαλιά τα ξύλα μες στο δάσος να σηκώσω το άλογο του γέρου αγωγιάτη πούπεσε μες στη λάσπη κάποιο βροχερό πρωινόνα δώσω μια κλωτσιά και γω στη μπάλα που παίζουν τα πατριωτάκια το δείλι στο γήπεδο ή να δώσω μια σβερκιά στο φίλο ένα βραδάκι που θα λέει ένα άνοστο αστείοή να μοιράσω, μια μέρα που η δουλειά πήγε καλά, μια χαρτοσακούλα καραμέλες στα πιτσιρίκια της γειτονιάς μου ή ν' ακουμπήσω αυτά τα δυνατά μου χέρια, που σήμερα τα αγάπησα, σ' ένα τραπεζάκι της Αμμόχωστος και, δίχως να κοιτάω τα εργατικά μου χέρια, να τα νιώθω πως ξεκουράζονται πάνω στα πέτρινα γόνατα του φιλικού μας κόσμου.
Σήμερα νιώθω μια τρυφερότητα για τον εαυτό μου ξέροντας πως θα μ' αγαπήσετεΣήμερα αγαπάω κ' εχτιμάω τον εαυτό μουσήμερα χαμογελάω στον εαυτό μου κοιτάζοντας τονμε τ' αδερφικά σας μάτια.
Μια στιγμή άφησα τ' όπλο μου να κρυώσει μια στάλα στην πέτρα, άνοιξα το γυλιό μου κ' έβγαλα το καθρεφτάκι της τσέπης, - ναι, είμαι όμορφος, - όταν μ' αγαπάτε - τι θα μπορούσα να κάνω για σας, - όταν μ' αγαπάτε -τι θα μπορούσα , μόνο τώρα το καταλαβαίνω-( κ' ίσως είναι αργά, μόνο με το θάνατό μου έχω να σας χαρίσω πια. ) λ.χ. θα μπορούσα να τινάξω ένα τανκ με μια γροθιά, να πελεκήσω ένα άγαλμα σ' 'ένα βουνό, μονομερίς - όταν μ' αγαπάτε - ή να χτίσω σε μια ώρα ένα πανύψηλο σκολειό. Δεν αστειεύουμαι. Δεν είναι ώρα, αδέρφια μου, για αστεία. Θάθελα νάμαι ωραίος μέσα κι όξω για ν' αξίζω την αγάπη σας, ναι, ( κι ας το πω κι αυτό : ) για να με σκέφτουνται σαν άντρα τους όλα τα ωραία κορίτσια, για να με σκέφτουνται σα φίλο τους όλοι οι ελληνικοί μας έφηβοι και τα παιδιά του κόσμου.Δεν προφταίνω.
Να πρόφταινα, τουλάχιστο, να ξυριστώ, να ψαλιδίσω λιγάκι το μουστάκι μου. Μα ίσως και να πηγαίνει λίγο γένι στη νεανική μορφή μου. ( Βλέπετε πόσο παιδί με κάνει η αγάπη σας ; Μου ξαναδίνει τη δικιά μου φωνή. )Για σκέψου, αδερφέ μου, μεθαύριο να διαλέγουν πάνω στα χνάρια μας τα κορίτσια τον άντρα τους τα παιδιά τους φίλους τους οι άντρες τις πράξεις τους,να ξέρεις πως και συ πορεύεσαι μαζί τους στ' αψηλά,σ' ένα ψηλό - ψηλό βουνό, όλο κορδέλες άσφαλτο,για ν' αγναντέψεις ακέρια την πλάση,τις πολιτείες γιομάτες καμινάδες κι αστεροσκοπεία και παράθυρα, τους κάμπους και τα δάσα, τα λιμάνια γιομάτα κατάρτια, τα ειρηνικά αεροπλάνα, τους λεβέντες αϊτούς και τους παιδιάστικους χαρταιτούς με κείνες τις αστείες πολύχρωμες ουρές τους - σ' ένα ψηλό-ψηλό βουνό, με μια αυτοκινητάρα τελευταία μάρκαπου ίσως θάχει τ' όνομά μας -.
Και μόλις τώρα το σκέφτηκα, πως τάχατες η ζωή δεν πάει μπροστά με σκοτεινές εξομολόγησες και μικρές ειλικρίνειες ( η εξομολόγηση - τόχω ακουστά, και τώρα το θυμήθηκα - σώζει, λέει, εκείνον που ξομολογιέται. Μα τον άλλον ; Κι ο άλλος τι σου χρωστάει να σηκώνει στη ράχη του σαν τσουβάλια άχρηστες πέτρες τα λόγια σου δίχως καν να μπορεί να τις χτίσει ; ) Το λοιπόν , η ζωή τραβάει μπροστά με πράξεις και θυσίες - μ' αυτό που λένε " γενική ηθική " κι ούτε που ξέρω πως τα λένε αυτά, κι ωστόσο τάπα.Εγώ το μόνο πούμαθα είναι : σα χουφτώνεις τη γωνιά του τραπεζιού είναι η γωνιά του τραπεζιού μ' όλη της τη στερεότητα κι όταν χουφτώνεις ένα στήθος ξέρεις πώς και τα πιο στέρεα χέρια τρέμουν και τότες θέλεις να σπείρεις χιλιάδες παιδιά για να χαρούν τον κόσμο μας που εσύ δεν πρόφτασες να τον χαρείς κ' ίσως, δε λέω, ίσως και να το ξέρεις - κάπου αλλού, βαθιά σου να το νιώθεις - πώς τούτο το στήθος"γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας και λευτεριάς".Και, βέβαια, που πρέπει να το ξέρεις. Γεια σας.
Άντε, γριά μάνα, μην αρχίσεις τώρα τις κλάψες. -Όχι;-Έτσι σε θέλω. Ρωμιά. Σου παίρνω λες τη ζωή σου ; Σου αφήνω την περφάνεια σου.Δε θα σέιδει ο εχτρός καμπουριασμένη. Το ξέρω. Θα πεις: "Είμαι πέρφανη για το γιο μου, - κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου".Έτσι. Γεια σου, μάνα.
Ο πατέρας θα με γνωρίσει στο νεκροτομείο απ' τις χοντρές ελληνικές κοκάλες μου, όμοιες με τις δικές του, κι απ' το σταυρό της πατρίδας πούχα φυλαχτάρι μες στις τρίχες του κόρφου μου. Μιλάω για μένα σα νάμαι ερωτευμένος με τα μένα, σα νάναι η Ρωμιοσύνη ερωτευμένη με τα μένα. Συχωράτε με.Εσείς μου το δώσατε τούτο το δικαίωμα. Ευχαριστώ.Εσείς, κ' η αγάπη μας, κι ο θάνατός μου. Το ξέρω, ως και κείνος που πήρε τα 5.000 αργύρια θα πιει κάποιο βραδάκι ένα ποτήρι στην υγειά μου σε μια ταβέρνα της Πάφος και θ' απογείρει να κλάψει μέσα στο ποτήρι του,Γιατί ήμουνα φίλος καλός κ' ίσως να γίνει φίλος μας κι αυτός μια μέρα.
Τώρα λοιπόν, βαθιά και σίγουρα, μπορώ να σας το πω, σα να οδηγάω, και πάλι, το αμαξάκι μου σ' ένα ασφαλτοστρωμένο δρόμο της Κύπρου ίσα και παστρικά, ένα ολογάλανο κ' ήμερο πρωινό, - μπορώ να το πω :" Η αρετή μας είναι η αμοιβαία μας χρησιμότητα ".Εν τάξει αδέρφια. Εδώ δεν είναι ακατόρθωτη η αδερφοσύνη για μας και για όλους. Εδώ οι διαφορές βουλιάζουνε σ' ένα χαμόγελο, - κ' είναι έτσι όπως ακούς, κείνες τις νύχτες του καλοκαιριού, - γαλάζιες, αργυρές και ρόδινες - σ' ένα μονάχα φέγγος ευτυχίας όλα τα ξέχωρα σπιτίσια μουρμουρίσματα και των μικρών και των μεγάλων άστρων και τρέμει η ρίζα της καρδιάς και τρέμει ο κόσμος τόσο που θέλεις να σκουντήσεις τον αγκώνα κάποιου φίλου για ν' ακούσεις μαζί του, ή τον αγκώνα έστω μιας πέτρας για ν' ακούσει και κείνη,να μοιράσεις τη χαρά σου.
Με τούτη την αγάπη, λέω, που μια μέρα, οι ξύλινοι σταυροί θα μπουμπουκιάσουν τριαντάφυλλα - ναι, κι ο δικός μου ο σταυρός, ο καμένος, ο πέτρινος, με τούτη, λέω, την αγάπη μια μέρα θα λυγίσουμε κείνους που φέρνουν τ' άδικο και σπέρνουνε το μίσος.Τούτη είναι η εντολή μου -μ' όλο που αυτή την ώρα δεν το ξέρω το μίσοςσα να μην τόμαθα ποτές ή να το ξέχασα. Γεια σας.
Όλο ετοιμάζουμαι να φύγω. Όλο σας αποχαιρετώ, κι ακόμα στέκω σαν κάτι νάχω να προστέσω ακόμα στον κόσμο. Σα νάχω να προσφέρω λίγη ακόμα ευτυχία σε σαςαπ' το μεδούλι μου. Θυμάμαι -
καλοκαιριάτικο σούρουπο ήταν -σταμάτησα τ' αμάξι μπροστά σε μια καλύβα. Διψούσα. Μια μαυροφορεμένη γριά με φίλεψε με το κανάτι δροσερό νερό. " Φχαριστώ γιαγιά ", της είπα. " Καλή λευτεριά, γιε μου ", αποκρίθηκε." Καλή λευτεριά, γιαγιά " της ξανάπα - κ' ένιωσα πως της την χρωστάω.
Μούβγαλε το κασκέτο και μου σφούγγισε με το χέρι της το κούτελό μου.( Ξέρετε, κ' οι γριές μπορούνε να χαμογελάνε. ) Τη λευτεριά το λοιπόν ο καθένας μας τήνε χρωστάει σ' όλους. Μια λευτεριά μονάχα για τον ένα δε φελάει σε τίποτα ( αν υπάρχει ).Τίποτα δεν είναι μήτε για τον ίδιον. " Άντε γεια σου γιαγιά. Καλή λευτεριά, το λοιπόν " - κι' έτριψα λίγο τα μάτια μου - έπεφτε κιόλας γαλανό το θάμπος της βραδιάς, δεν καλόβλεπα.
Κι όπως τράβηξα πάλι με χαμηλωμένα τα δυο φώτα μου( γιατί έφεγγε ακόμα ) ένιωθα ν' ανεβαίνω με τα' αμάξι μου, μαζί και ο μέγας κάμπος της Μεσαορίας βαθύς και σιωπηλός, αχνισμένος απ' το αργό φεγγαρόφωτο, ένιωθα ν' ανεβαίνω ίσα στον ουρανό κ' ένιωθα το φεγγάρι που με χτύπησε κατάστηθα ολόδροσο,σάμπως χρυσό κωνσταντινάτο το φεγγάρι κρεμασμένο μ' ένα σπάγκο απ' το λαιμό μου, να με δροσίζει τη καρδιά και λίγο - λίγο να ζεσταίνεται και ν' αχνίζει στον κόρφο μου. Κι έλεγα :δε φτάνει το τραπέζι, μήτε κάμποσος παράς στην τσέπη, μήτε το ψωμί και το φιλί - ο άνθρωπος είναι πιο τρανόςαπ' την καθημερνή την έγνοια του.Κ' έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει την έγνοια του για το ψωμί κι όλο τραβάει πιο πέρα απ' τη σκλαβιά του από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα, απ' το ξεσκλάβωμα της πατρίδας στο ξεσκλάβωμα του κόσμου ώσπου να νιώσει, μπαίνοντας ίσα στον ουρανό, ν' αχνίζει το φεγγάρι στον κόρφο του, ώσπου να κλάψει μια νύχτα από αγάπη για όλο τον κόσμο. Έτσι άφησα σ' ένα χαντάκι τ' αμάξι μου.Πήρα τ' όπλο. Κι ανέβηκα στο βουνό. Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά που το στόμιό της βλέπει ολόισα τον ήλιο. Το στρογγυλό της στόμιο είναι ο ίδιος ο ήλιοςπου θα τον νιώσω πάλι δροσερό, καθώς θα με περνάνε,( όπως κείνη τη νύχτα το φεγγάρι ) - θα τον νιώσω δροσερό κωνσταντινάτο να μου δροσίζει το καμένο στήθος, κ' έτσι λίγο - λίγο να ζεσταίνεται ο ήλιος και ν' αχνίζει στον κόρφο μας. Γεια σας.
ΑΡΧΕΙΟ -88- ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ
Γρηγόρης Αυξεντίου (1928-1957).
Μία από τις λαμπρότερες μορφές τού Απελευθερωτικού Αγώνα τού 1955-1959, εναντίον τής Αγγλικής κυριαρχίας, ο οποίος οδήγησε στην απελευθέρωση της Κύπρου και την ανακήρυξή της σε Ανεξάρτητη Δημοκρατία το 1960. Γεννήθηκε στην Λύση τής Αμμοχώστου. Τελειώνοντας τις Γυμνασιακές του σπουδές το 1948, πήγε στην Ελλάδα όπου και κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό. Υπηρέτησε εκεί μέχρι το 1952 με το βαθμό του Εφέδρου Ανθυπολοχαγού.Μετά την απόλυση του από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού ήρθε στην Κύπρο και βοήθησε τον πατέρα του στις ασχολίες του, κάνοντας τον οδηγό. Εκείνη την περίοδο αρραβωνιάζεται. Εντάχθηκε στην Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (Ε.Ο.Κ.Α.) και έγινε Υπασπιστής τού Διγενή. Είχε το ψευδώνυμο «Ζήδρος» και υπήρξε ο πρώτος καταζητούμενος από τους Άγγλους, οι οποίοι τον επικήρυξαν με το ποσό των 5.000 λιρών επειδή ανατίναξε αγγλικές περιουσίες. Μετά την επικήρυξη του καταφεύγει στην οροσειρά τού Πενταδακτύλου. Εκεί μαθαίνει στους αγωνιστές την χρήση τών όπλων, καθώς και τεχνικές ανταρτοπολέμου. Η δράση του ήταν πλούσια τόσο στον Πενταδάκτυλο όσο και στο όρος Τρόοδος όπου κατέφυγε αργότερα. Στις 3 Μαρτίου τού 1957 και ενώ βρισκόταν κρυμμένος στον Μαχαιρά με άλλους 3 συντρόφους του, τον Αυγουστή Ευσταθίου τον Αντώνη Παπαδόπουλο και τον Φειδία Συμεωνίδη, τον ανακάλυψαν οι Άγγλοι. Τότε ο Γρηγόρης έπεισε τους συναγωνιστές του να παραδοθούν, ενώ αυτός έμεινε και πολέμησε μόνος επί 10 ώρες τους εχθρούς. Σε προτροπές τών Άγγλων να παραδοθεί είχε μόνο μία απάντηση να δώσει «Μολών Λαβέ». Τελικώς, μη μπορώντας να τον αναγκάσουν να βγει από την κρύπτη του, έριξαν βενζίνη και εμπρηστικές χειροβομβίδες και τον έκαψαν.Παρά το ότι ήταν πλέον νεκρός, η Αγγλική Διοίκηση του νησιού δεν επέτρεψε την ταφή του σε κανονικό κοιμητήριο. Ενταφιάσθηκε στα «Φυλακισμένα Μνήματα», δηλαδή στο κοιμητήριο των Κεντρικών Φυλακών Λευκωσίας.Την Τρίτη 5 Μαρτίου 1957, όλες οι πρωινές Αθηναϊκές εφημερίδες έγραψαν:
ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 4/3/1957. ( Ιδ. Υπ. ) - Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, φερόμενος ως υπαρχηγός της ΕΟΚΑ και υπασπιστής του αρχηγού της Διγενή, εφονεύθη προχθές, αφού επολέμησε ηρωικώς επί δέκα ολόκληρες ώρες, μόνος αυτός εναντίον ισχυρών βρετανικών δυνάμεων , στην περιοχή του όρους Τρόοδος σε μια σπηλιά πλησίον της Μονής Μαχαιρά. Η μάχη διεξήχθη υπό τις ακόλουθες συνθήκες.Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν την πληροφορία ότι στη Μονή Μαχαιρά εκρύπτετο ο καταζητούμενος αυτός πατριώτης , ο οποίος είχε επικηρυχθεί αντί 5.000 λιρών στερλινών. Τις απογευματινές ώρες του Σαββάτου απόσπασμα του βρετανικού στρατού από 60 άνδρες εκινήθη προς την Μονή, την οποία και εκύκλωσε για να συλλάβει τον καταδιωκόμενο αγωνιστή. Οι Βρετανοί στρατιώται ανεστάτωσαν κυριολεκτικώς την Μονή και έθεσαν υπό κράτησιν όλους τους μοναχούς, περιλαμβανομένου και του Ηγουμένου, τους οποίους και εκακοποίησαν για να τους αποσπάσουν πληροφορίες περί του ακριβούς σημείου όπου εκρύπτετο ο Αυξεντίου.Κανείς όμως μοναχός δεν είπε τίποτα. Κατά την διάρκεια της ερεύνης στην περιοχή γύρω από το μοναστήρι, οι Βρετανοί στρατιώται ανεκάλυψαν μια σπηλιά κρυμμένη μέσα σε θάμνους.Λέγεται ότι κάποιος βοσκός τους έδωσε την πληροφορία ότι μέσα στην σπηλιά ήταν κρυμμένος ο Αυξεντίου. Αμέσως οι βρετανικές δυνάμεις εκύκλωσαν την σπηλιά και εκάλεσαν τον Αυξεντίου να παραδοθεί.Ο επί κεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος ανθυπολοχαγός Μίντλεντον πλησίασε την είσοδο της σπηλιάς και εφώναξε : " Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου, αλλιώς θα επιτεθούμε ". Κάποιος απήντησε : " Καλά παραδιδόμαστε ". Τέσσερες άνδρες βγήκαν έξω, δυο από αυτούς επικηρυγμένοι με 5.000 λίρες, όπως και ο Αυξεντίου. Ο Αυξεντίου δεν ήταν μεταξύ αυτών. Ο ανθυπολοχαγός Μίντλεντον τον εκάλεσε και πάλιν να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντησιν " Μολών λαβέ ".Αμέσως, τέσερες άνδρες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο ηρωικός μαχητής της κυπριακής ελευθερίας τους υπεδέχθη με καταιγισμόν πυρός. Oι τρεις από τους τέσερες Βρετανούς, οι οποίοι είχαν ελπίσει ότι θα εισέπραττον την επικήρυξιν του Αυξεντίου βγήκαν αμέσως έντρομοι, ενώ ο τέταρτος, τραυματισμένος στο στήθος κατέπεσε στο έδαφος, για να υποκύψει λίγες ώρες αργότερα στα τραύματά του. Ο επί κεφαλής των βρετανικών δυνάμεων ανθυπολοχαγός Μίντλεντον εζήτησε αμέσως ενισχύσεις, οι οποίες και κατέφθασαν με τα ελικόπτερα. Η μάχη συνεχίσθη έτσι επί 10 ολόκληρες ώρες, κατά την διάρκειά της δε οι Βρετανοί εχρησιμοποίησαν μεταξύ των άλλων δακρυγόνες βόμβες.
Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος του Αυξεντίου και αφού προηγουμένως έκαναν χρήσιν όλων των ειδών των όπλων, οι Βρετανοί στρατιώται έρριψαν μέσα στην σπηλιά βόμβες πετρελαίου. Τεράστιες φλόγες εκάλυψαν το σπήλαιο για να τυλίξουν σε λίγο το κορμί του ηρωικού πατριώτη.
Η μάχη ετελείωσε στις 2 η ώρα την νύκτα. Το πτώμα του Αυξεντίου ανευρέθη απηνθρακωμένο.
Ο Αυξεντίου ήταν ηλικίας 29 ετών, το επάγγελμά του δε ήταν σοφέρ ταξί.Στον κατάλογο των καταζητουμένων από τους Άγγλους, ήταν εγγεγραμμένος δεύτερος μετά τον στρατηγό Γρίβα.
( Ακριβές αντίγραφο απ' τις εφημερίδες της 5ης Μαρτίου 1957 )
ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 4/3/1957. ( Ιδ. Υπ. ) - Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, φερόμενος ως υπαρχηγός της ΕΟΚΑ και υπασπιστής του αρχηγού της Διγενή, εφονεύθη προχθές, αφού επολέμησε ηρωικώς επί δέκα ολόκληρες ώρες, μόνος αυτός εναντίον ισχυρών βρετανικών δυνάμεων , στην περιοχή του όρους Τρόοδος σε μια σπηλιά πλησίον της Μονής Μαχαιρά. Η μάχη διεξήχθη υπό τις ακόλουθες συνθήκες.Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν την πληροφορία ότι στη Μονή Μαχαιρά εκρύπτετο ο καταζητούμενος αυτός πατριώτης , ο οποίος είχε επικηρυχθεί αντί 5.000 λιρών στερλινών. Τις απογευματινές ώρες του Σαββάτου απόσπασμα του βρετανικού στρατού από 60 άνδρες εκινήθη προς την Μονή, την οποία και εκύκλωσε για να συλλάβει τον καταδιωκόμενο αγωνιστή. Οι Βρετανοί στρατιώται ανεστάτωσαν κυριολεκτικώς την Μονή και έθεσαν υπό κράτησιν όλους τους μοναχούς, περιλαμβανομένου και του Ηγουμένου, τους οποίους και εκακοποίησαν για να τους αποσπάσουν πληροφορίες περί του ακριβούς σημείου όπου εκρύπτετο ο Αυξεντίου.Κανείς όμως μοναχός δεν είπε τίποτα. Κατά την διάρκεια της ερεύνης στην περιοχή γύρω από το μοναστήρι, οι Βρετανοί στρατιώται ανεκάλυψαν μια σπηλιά κρυμμένη μέσα σε θάμνους.Λέγεται ότι κάποιος βοσκός τους έδωσε την πληροφορία ότι μέσα στην σπηλιά ήταν κρυμμένος ο Αυξεντίου. Αμέσως οι βρετανικές δυνάμεις εκύκλωσαν την σπηλιά και εκάλεσαν τον Αυξεντίου να παραδοθεί.Ο επί κεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος ανθυπολοχαγός Μίντλεντον πλησίασε την είσοδο της σπηλιάς και εφώναξε : " Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου, αλλιώς θα επιτεθούμε ". Κάποιος απήντησε : " Καλά παραδιδόμαστε ". Τέσσερες άνδρες βγήκαν έξω, δυο από αυτούς επικηρυγμένοι με 5.000 λίρες, όπως και ο Αυξεντίου. Ο Αυξεντίου δεν ήταν μεταξύ αυτών. Ο ανθυπολοχαγός Μίντλεντον τον εκάλεσε και πάλιν να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντησιν " Μολών λαβέ ".Αμέσως, τέσερες άνδρες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο ηρωικός μαχητής της κυπριακής ελευθερίας τους υπεδέχθη με καταιγισμόν πυρός. Oι τρεις από τους τέσερες Βρετανούς, οι οποίοι είχαν ελπίσει ότι θα εισέπραττον την επικήρυξιν του Αυξεντίου βγήκαν αμέσως έντρομοι, ενώ ο τέταρτος, τραυματισμένος στο στήθος κατέπεσε στο έδαφος, για να υποκύψει λίγες ώρες αργότερα στα τραύματά του. Ο επί κεφαλής των βρετανικών δυνάμεων ανθυπολοχαγός Μίντλεντον εζήτησε αμέσως ενισχύσεις, οι οποίες και κατέφθασαν με τα ελικόπτερα. Η μάχη συνεχίσθη έτσι επί 10 ολόκληρες ώρες, κατά την διάρκειά της δε οι Βρετανοί εχρησιμοποίησαν μεταξύ των άλλων δακρυγόνες βόμβες.
Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος του Αυξεντίου και αφού προηγουμένως έκαναν χρήσιν όλων των ειδών των όπλων, οι Βρετανοί στρατιώται έρριψαν μέσα στην σπηλιά βόμβες πετρελαίου. Τεράστιες φλόγες εκάλυψαν το σπήλαιο για να τυλίξουν σε λίγο το κορμί του ηρωικού πατριώτη.
Η μάχη ετελείωσε στις 2 η ώρα την νύκτα. Το πτώμα του Αυξεντίου ανευρέθη απηνθρακωμένο.
Ο Αυξεντίου ήταν ηλικίας 29 ετών, το επάγγελμά του δε ήταν σοφέρ ταξί.Στον κατάλογο των καταζητουμένων από τους Άγγλους, ήταν εγγεγραμμένος δεύτερος μετά τον στρατηγό Γρίβα.
( Ακριβές αντίγραφο απ' τις εφημερίδες της 5ης Μαρτίου 1957 )
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









