ΑΡΧΕΙΟ -147- ΜΑΡΚΟΣ ΔΡΑΚΟΣ


Μάρκος Δράκος Εθνικοεπαναστάτης Εργάτης Αντάρτης.
του Αλεξόπουλου Στέλιου
Ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στους Εθνικοεπαναστάτες μαχητέs του Ελληνοκυπριακού αγώνα 1955-'59 κατέχει η μορφή του Μάρκου Δράκου. Γεννήθηκε το 1932 στη Λεύκα από εργατική οικογένεια. Δούλεψε σκληρά από μικρό παιδί για να βοηθήσει την οικογένεια του. Λόγω της μεγάλης πίστης του στον Χριστιανισμό εντάχθηκε γρήγορα στην ΟΧΕΝ Λευκωσίαs η οποία ήταν το φυτώριο των νέων Επαναστατών Εθνικιστών της ΕΟΚΑ.
Ανέλαβε δράση και συγκεκριμένα με την ομάδα του , την προσβολή του ραδιοφωνικού σταθμού Λευκωσίας. Πιο εντυπωσιακή ενέργεια, ήταν η πρόκληση βλάβης στον ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό Δεκέλειας, εξαιτίας της οποίας η Λευκωσία βυθίστηκε για ώρες στο σκοτάδι. Επικεφαλής της ομάδας που έκανε το σαμποτάζ ήταν ο Δράκος.Στις 24 Μαΐου 1955, με προεργασία από το Δράκο, ο αγωνιστής Χαρίλαος Ξενοφώντος τοποθέτησε βόμβα στο σινεμά «Παλλάς», με σκοπό το θάνατο του Κυβερνήτη Άρμιτεϊτζ. Η βόμβα είχε τοποθετηθεί κάτω από το κάθισμα του Κυβερνήτη, λόγω όμως κακής λειτουργία του ωρολογιακού μηχανισμού, η έκρηξη έγινε μετά τη λήξη της παράστασης και την αποχώρηση του Κυβερνήτη.
Αργότερα ο Δράκος συνελήφθη αλλά δραπέτευσε την νύκτα της 23/9/1955 από το κέντρο της Κυρήνειας.
Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους τραυματίζεται σε μάχη και επικηρύσσεται από τους Άγγλους αντί του ποσού 5.000 λιρών. Συνέχισε να προσβάλει Βρετανικά περίπολα και καταστρέφει δύο φορές το γεφύρι του Κοκκινόγκρεμου. Την νύχτα της 18/1/1957 στην περιοχή της Ευρύχου ο Μάρκος και η ομάδα του όμως, ενώ πορευόταν μέσα στο σκοτάδι υπό σφοδρή θύελλα, ήλθαν ξαφνικά σε επαφή με τον εχθρό ο οποίος άνοιξε αμέσως πυρ.
Ο θάνατος του Μάρκου υπήρξε ακαριαίος. Ο Δράκος είχε δεχθεί 40 σφαίρες σε όλο του το σώμα. Από τα πυρά των Άγγλων τραυματίστηκε, επίσης, σοβαρά στο πόδι ο Κώστας Λοΐζου. Οι υπόλοιποι αντάρτες πήραν στον ώμο το Λοΐζου και, μετά από πολύωρη ταλαιπωρία, έφτασαν στα Κατύδατα.
Ξημέρωνε Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 1957. Πίσω από τα βουνά, στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Ευρύχου - Σινά Όρους βρίσκεται ένα λαγκάδι που οι παλιοί το ονομάζουν
"το αρκάτζιν του Δράκου". Κατά σύμπτωση στο χώρο αυτό θυσιάστηκε ο Δράκος - το 25χρονο παλικάρι από τη Λεύκα…
Αξιοσημείωτο πάντως ήταν ο φόβος των Άγγλων απέναντι στο πρόσωπο του, αφού ακόμα και νεκρός που ήταν του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια! Τόσο πολύ φοβόντουσαν τον Έλληνα κομμάντο. Αυτός ήταν ο Μάρκος Δράκος και αυτοί ήταν οι αντάρτες της ΕΟΚΑ.

http://mavroskrinos.blogspot.com/2008/04/blog-post.html

ΑΡΧΕΙΟ -146- ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Βιβλίο σε ψηφιακή μορφή
ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
του Gioaccino Volpe
Κατεβάστε το βιβλίο από ΕΔΩ

ΑΡΧΕΙΟ -145- ΜΑΥΡΟ ΜΕΤΩΠΟ


ΑΡΧΕΙΟ -144- ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ - ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ
του Διονυσίου Σολωμού


1

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

2

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

3

Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
«έλα πάλι», να σου πεί.

4

'Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σού έμενε να λές
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.

6

Και ακαρτέρει και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι
από την απελπισιά,

7

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ' ερμιές;».
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.

8

Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.

9

Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.

10

Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή·
δεν είν' εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλεί.

11

'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσαση καμμιά·
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.

12

΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου,
σύρε», έλεγαν οι σκληροί.

13

Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σού ενθυμεί.

14

Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του η ζωή.

15

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.

16

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

17

Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός που για τσ' εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ' άνθια και καρπούς,

18

εγαλήνεψε· και εχύθει
καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή.

19

΄Ολοι οι τόποι σου σ' εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα αισθάνετο η καρδιά.

20

Εφωνάξανε ως τ' αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά,

21

μ' όλον πού 'ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

22

Γκαρδιακά χαροποιήθει
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει
που την έδεναν κι αυτή.

23

Απ' τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανό.

24

Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ' οργής.

25

Εις το κίνημα του δείχνει,
πως τα μέλη ειν' δυνατά·
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.

26

Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού·

27

και σ' εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ' έκρωζ' ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.

28

΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς·
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισιές οπού αγρικάς·

29

σαν το βράχο οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό·

30

οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.

31

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ' εκείνο αντισταθεί.

32

Το θηρίο π' ανανογιέται
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά·

33

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά·

34

Ερμιά, θάνατος και φρίκη
όπου επέρασες κι εσύ·
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς·
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.

36

Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας ειν' άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.

37

Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως ειν' πολλά·
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;

38

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νά 'βρει η συμφορά!

39

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή·
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40

Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν' ανεβεί.

41

Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν·
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.

42

Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά·
να, σας φθάνει· αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!

43

Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.

44

Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.

45

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει
πάρεξ θάνατου πικρός.

46

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί,

47

και οι βροντές και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον ΄Αδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά·

48

Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνον' ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49

'Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.

50

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή.

51

Τόσα πέφτουνε τα θερι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

52

Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.

53

'Ετσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

54

εάν οι άνεμοι μες στ' άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55

Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά·

56

και χορεύοντας μανίζουν
εις τους ΄Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.

57

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58

Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.

59

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου·
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χώρις να δευτερωθεί.

60

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.

61

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε
περισσότερο ειν' γοργά.

62

Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη·
γι' αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.

63

Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη
δεν είνει ένας ζωντανός.

64

Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

65

και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.

66

Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή·
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;

67

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.

68

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη
«φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

69

Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας «Αλλά».

70

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί·
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.

71

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
'Ολοι χάμου εκείτοντ' όλοι
εις την τέταρτην αυγή.
72

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.

73

Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι·
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

74

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

75

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι·
δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.

76

Εις τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τα βελάσματα το αρνί.

77

Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.

78

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας·
τα παιδιά σας θελ' ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.

79

'Ολοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.

80

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο·

81

και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.

82

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.

83

Στη σκια χεροπιασμένες,
στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.

84

Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

86

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

88

Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.

89

Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό,

90

«σ' αυτό», εφώναξε, «το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.

91

Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.

92

Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή·
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.

93

Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ!

94

Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.

95

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.

96

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.

97

Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,
ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
"Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ·
πέστε, που θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

100

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.

101

Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή"».

102

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του εισ' αδελφή;
Ποιος είν' άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;

103

Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.

104

Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν ρυάζετο θηριό.

105

Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροή
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή

106

να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό·
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.

107

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.

108

Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.

109

Ποίος στο σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί·
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο που να νεκρωθεί.

110

Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.

111

Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή-
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112

Έτσι ν' άκουα να βουίξει
τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!

113

Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114

σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.
115

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,
κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.

116

Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο

117

και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός·
πάντα, πάντα περισσεύει·
πολύ φλοίσβισμα και αφρός.

118

Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί,

119

το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.

120

Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν

121

και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ' αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.

122

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

123

Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ·
όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σε.

124

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ' άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

125

Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή·
κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.

126

Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.

127

Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ·
όμως όχι δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σέ.

128

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.

129

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν' πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.

130

Μ' επιθυμία να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.

131

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.

132

Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι
και δεν μνέσκει ένα κορμί·
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.

133

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.

134

Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

135

'Ολοι κλαψτε· αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς·
κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος
ωσάν να 'τανε φονιάς!

136

'Εχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα·
λες πως θε να ξαναβγεί

137

η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμεί.

138

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.

139

Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.

140

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ' ανησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:

141

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.

142

Απ' εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.

143

Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σάς τυραννεί.

144

Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
"πάρ' το", λέγοντας, "και συ".

145

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.

146

Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.

147

Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένη έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά".

148

Τέτοια αφήστενε φροντίδα·
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

149

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150

Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί·
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ' ακολουθεί.

151

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!

152

Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.

153

Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.

154

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.

155

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.

156

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Άβελ καταβοά·
δεν ειν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157

Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;

158

Τούτο ανίσως μελετάτε
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!"».

ΑΡΧΕΙΟ -143- ΣΥΝΘΗΜΑ


ΑΡΧΕΙΟ -142- ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΑΦΙΣΣΑ 33


ΑΡΧΕΙΟ -141- Ο ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ RUDOLF HESS

O Eθνικοσοσιαλισμός κατα τον Rudolf Hess


Ο Eθνικοσοσιαλισμός πιστεύει ότι υπάρχουν δύο τρόποι να ζήσεις και συνεπώς δύο τύποι κοινωνικής συμβίωσης. Από τη μία έχουμε τον υλιστικό τρόπο διαβίωσης όπου τα άτομα επιδιώκουν την ευτυχία μέσω της απόκτησης υλικών αγαθών και πλούτου. Από την άλλη υπάρχει ο δρόμος προς την αρίστευση, του ιδεαλισμού - ή της ευγένειας - με τα άτομα να επιδιώκουν ιδεαλιστικούς σκοπούς πέρα από τις βασικές υλικές ανάγκες. Ο Εθνικοσοσιαλισμός πιστεύει ότι ο υλιστικός τρόπος ζωής είναι παρηκμασμένος - σπατάλη χρόνου, σπατάλη του εξελικτικού δυναμικού του ανθρώπου.

Επιπλέον, ο Εθνικοσοσιαλισμός πιστεύει ότι η ζωή ενός ατόμου είναι καλύτερη, πιο πλήρης, όταν ο ιδεαλιστικός σκοπός ο οποίος επιδιώκεται είναι σε συμφωνία με τη θέληση της Φύσης. Αυτό πηγάζει από την θεώρηση του εθνικοσοσιαλισμού ότι εμείς, ως ανθρώπινα όντα, είμαστε μέρος της Φύσης και υπαγόμαστε στους νόμους της Φύσης. Όλες οι άλλες φιλοσοφίες , πολιτικές θεωρίες και θρησκείες εκτιμούν ότι εμείς, ως ανθρώπινα όντα, είμαστε κάπως πιο πάνω, διαφορετικοί ή και διαχωρισμένοι από τη Φύση και τους νόμους της.

Ένας από τους θεμελιώδεις στόχους του Εθνικοσοσιαλισμού είναι να συνεχίσει τη δουλειά της Φύσης δημιουργώντας άτομα καλύτερα, πιο εξελιγμένα δημιουργώντας έτσι καλύτερη, πιο εξελιγμένη και πιο πολιτισμένη κοινωνία για τα άτομα που ζουν μέσα σε αυτήν. Ο Εθνικοσοσιαλισμός πιστεύει ότι καλύτερα άτομα μπορούν να γίνουν μόνο όταν βάλουν ως στόχους υψηλά ιδανικά - από άτομα δηλαδή που θέλουν να αυτοβελτιωθούν με την προσωπική τους δράση η οποία εκπορεύεται από τη θέλησή τους. Αυτά τα άτομα προασπίζονται την κοινωνία να προασπίζονται και αποτελούν θεματοφύλακες αυτών των αξιών οι οποίες δημιουργούν την προσωπική καταξίωση του ατόμου και βοηθούν την προσωπική αλλαγή.

Σύμφωνα με τον εθνικοσοσιαλισμό, αυτές οι αξίες είναι η Τιμή, η Αφοσίωση και το Καθήκον αυτές μόνον οι αξίες δημιουργούν το σωστό τύπο του ιδεαλιστή, αυτού δηλαδή του οποίου οι σκοποί και οι επιδιώξεις είναι αγνοί. Ένα πολιτισμένο άτομο είναι ένα πιο εξελιγμένο άτομο - κάποιο δηλαδή με ανώτερη, ευγενέστερη προσωπικότητα. Επιπλέον, είναι καθήκον του κάθε ευγενούς ανθρώπου να δρα σε συμφωνία με τα έργα, τη θέληση της Φύσης .

Απόσπασμα κειμένου από την ιστοσελίδα ΝΕΑ ΕΥΡΩΠΗ
http://nseuropa.org/Greek/Rudolf_Hess_NS.htm

ΑΡΧΕΙΟ -140- WILL VESPER


(Barmen, Germany, 11 Οκτωβρίου 1882 - Gut Triangel bei Gifhorn, 14 Μαρτίου 1962)
Ο Will Vesper ήταν Γερμανός συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας. Γεννήθηκε μέσα σε μια οικογένεια με προτεσταντικές αρχές, σπούδασε ιστορία και γερμανική φιλολογία στο Μόναχο.
Από το 1906 ασχολήθηκε ως σύμβουλος λογοτεχνίας και μεταφραστής στον εκδοτικό οίκο CH Beck.

Κατά την διάρκεια των ετών 1913-1914 πήγε στη Φλωρεντία της Ιταλίας.

Η φήμη του ως εκδότη μεγαλώνει με την έκδοση γερμανικών ποιητικών ανθολογιών καθώς και με την έκδοση των πεζογραφημάτων του Tristan and Isolde και Parzifal τα οποία πωλούνται κατά δεκάδες χιλιάδες πριν το 1914.

Στο Παγκόσμιο Πόλεμο έλαβε μέρος κατά την περίοδο 1915 - 1918, αρχικά ως απλός στρατιώτης και προς το τέλος του πολέμου ως επιστημονικός βοηθός των υπηρεσιών πληροφοριών του στρατού.

Μετά από μια περίοδο δύο ετών ως διευθυντής του πολιτιστικού τμήματος της εφημερίδας Deutsche Allgemeine Zeitung από το 1918 μέχρι το 1920, εργάστηκε από το 1923 έως το 1943 ως διευθυντής του περιοδικού Die schöne Literatur που αργότερα με τον τίτλο Die Neue Literatur έγινε το μεγαλύτερο Εθνικοσοσιαλιστικό περιοδικό λογοτεχνίας. Την ίδια στιγμή δημοσιεύονται μυθιστορήματα, ιστορίες και ποιήματά του. Τα έργα του σχετίζονται κατά κύριο λόγο με τη γερμανική ιστορία επιδεικνύοντας αναμφισβήτητα τις εθνικιστικές του αντιλήψεις.

Το 1931 εντάχθηκε στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα.

Μετά τον αποκλεισμό από την Academy of Prussian Arts των λογοτεχνών που εγκατέλειψαν την Γερμανία, αντιτιθέμενοι στον Εθνικοσοσιαλισμό, όπως ο Thomas Mann, ο Leonhard Frank, ο Alfred Döblin κλπ περίπου το 1933, ο Vesper αποκαθιστά ως Ποιητές της Ακαδημίας. τους πατριώτες λογοτέχνες όπως τον Hans Friedrich Blunck, τον Hans Carossa, τον Hans Grimm κλπ.
Ήδη, στις αρχές του Μεσοπολέμου ο Vesper γινόταν γνωστός ως ο δημιουργός των εκδόσεων Bertelsmann.

Κατηγορήθηκε από τους φυγάδες λογοτέχνες για την μαχητικότητά του εναντίον τους κι εναντίον των Εβραίων εκδοτών κι όπως ήταν αναμενόμενο συκοφαντήθηκε για τις ιδέες του μετά την λήξη του πολέμου από το κοινοβουλευτικό κατεστημένο.
Από το 1943 εγκαθίσταται στο Gifhorn όπου διαμένει μέχρι τον θάνατό του το 1962.

Έργα του:

Novels, Stories, Fables

Der Segen, 1905
Tristan und Isolde (Nacherzählung), 1911
Parzifal (Nacherzählung), 1911
Martin Luthers Jugendjahre, 1918
Der Balte, 1919
Annemarie, 1920
Traumgewalten, 1920
Gute Geister, 1921
Die Nibelungensage (Nacherzählung), 1921
Daniel Defoe. Leben und Abenteuer des Robinson Crusoe (Bearbeitung), 1922
Die Gudrunsage (Nacherzählung), 1922
Fröhliche Märchen (Neuerzählung), 1922
Porzellan, 1922
Die Wanderung des Herrn Ulrich von Hutten, 1922
Die ewige Wiederkehr, 1922
Der arme Konrad, 1924
Der Pfeifer von Niclashausen, 1924 (Erzählung über den fränkischen Prediger Hans Böhm)
Der Bundschuh zu Lehen, 1925
Jonathan Swift: Lemuel Gullivers vier Reisen (Nacherzählung), 1927
Der Heilige und der Papst, 1928
Die Historie von Reinecke dem Fuchs (Nacherzählung), 1928
Das Mutterbüchlein, 1928
Tiermärchen aus aller Welt (Nacherzählung), 1928
Das harte Geschlecht, 1931
Sam in Schnabelweide, 1931
Drei Erzählungen, 1933
Ein Tag aus dem Leben Goethes, 1933
Der entfesselte Säugling, 1935
Geschichten von Liebe, Traum und Tod, 1937
Kämpfer Gottes, 1938
Im Flug nach Spanien, 1943
Der unzufriedene Igel, 1943
Seltsame Flöte, 1958
Zauber der Heide, 1960
Letzte Ernte, 1962
Dramas, Farces
Spiele der Liebe, 1913
Die Liebesmesse, 1913
Wer? Wen?, 1927
Eine deutsche Feier, 1936

Poems

Die Liebesmesse und andere Gedichte, 1913
Vom großen Krieg 1914, 1915
Der blühende Baum, 1916
Briefe zweier Liebender, 1916
Schön ist der Sommer, 1918
Das Buch vom lieben Weihnachtsmann, 1920
Mutter und Kind, 1920
Des Wiesenmännchen Brautfahrt, 1920
Inschriften und Gedichte, 1928
Kranz des Lebens. Gesamtausgabe meiner Gedichte, 1934
Rufe in die Zeit. Sprüche und Gedichte, 1937
Das Neue Reich, 1939
Bild des Führers, 1942
Dennoch!, 1944
Kleiner Kranz des Lebens. Auswahl, 1960

Essays and Editions

Friedrich Hölderlin: Hyperion (Nachwort), 1921
Lob der Armut, 1921
Die Jugendbibel (Bearbeitung), 1927
Das Recht der Lebenden, 1927
In den Bergen, auf dem Wasser (Einführung), 1928
e Weltenuhr, 1932




Σχετικές ιστοσελίδες:
http://en.wikipedia.org/wiki/Will_Vesper

ΑΡΧΕΙΟ -139- ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ τ.19

Περιοδικό σε ψηφιακή μορφή


Κατεβάστε ελεύθερα το τ.19 του περιοδικού ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ από ΕΔΩ

ΑΡΧΕΙΟ -138- ΨΗΛΑ ΤΗ ΣΗΜΑΙΑ - HORST LUDWIG WESSEL

Ψηλά η σημαία! Πυκνώστε τις γραμμές!
Τα SA περνούν, με βήμα αργό, σταθερό
κι οι σύντροφοί μας,
θύματα των κόκκινων και των αντιδραστικών
είναι στο πλάι μας, και μας ακολουθούν.

Ανοίξτε δρόμο, στα καφέ τάγματα,
ανοίξτε δρόμο, να περάσουν οι άνδρες των SA.
Εκατομμύρια πολίτες εμπιστεύονται τη σβάστικα.
Η μέρα για ελευθερία και ψωμί χαράζει.

Για τελευταία φορά θα ηχήσει πλέον η σάλπιγγα!
Είμαστε όλοι ήδη έτοιμοι για μάχη!
Σύντομα τα λάβαρα του Χίτλερ θα κυματίζουν
πέρα κι από τα οδοφράγματα.
Η δουλεία θα ‘χει τελειώσει σε λίγη μόνο ώρα!

Ψηλά η σημαία! Πυκνώστε τις γραμμές!
Τα SA περνούν, με βήμα αργό, σταθερό
κι οι σύντροφοί μας,
θύματα των κόκκινων και των αντιδραστικών
είναι στο πλάι μας, και μας ακολουθούν.

ΑΡΧΕΙΟ -137- ΝΕΑ ΤΑΣΗ


ΑΡΧΕΙΟ -136- ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΑΦΙΣΣΑ 32


ΑΡΧΕΙΟ -135- ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ ΗΘΙΚΑ – Περί παίδων αγωγής

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ ΗΘΙΚΑ – Περί παίδων αγωγής


…Θα συμβούλευα σ’ όσους επιθυμούν να γίνουν πατέρες ένδοξων παιδιών να μη συζούν μ’ όποιες γυναίκες τύχει, με πόρνες λόγου χάρη. Όσους δεν έχουν γεννηθεί από καλούς γονείς τη ντροπή της κακής καταγωγής θα ‘χουν συντροφιά, την ντροπή αυτή θα εκμεταλλεύεται όποιος θέλει να τους σαρκάσει και να τους εξουσιάσει…

…Γνήσιες Ελληνίδες να είναι στο φρόνημα οι μάνες. Όπως το σώμα του παιδιού θέλει διάπλαση για να διαμορφωθεί έτσι και η ψυχή του είναι εύπλαστη και ρευστή και τυπώνονται βαθειά όσα μαθαίνει…

…Κι οι συναναστροφές των παιδιών είναι σημαντικές. Να έχουν καλούς τρόπους, να μιλούν καθαρά ελληνικά και να μην κουβαλούν την προστυχιά του βάρβαρου και κακού χαρακτήρα γιατί δεν το λέει άδικα η παροιμία: «αν κατοικήσεις με κουτσό θα μάθεις να κουτσαίνεις»…

…Να ζητάμε για τα παιδιά μας δασκάλους που στη ζωή τους στέκονται αδιάβλητοι κι είναι άριστοι στο ήθος και την κατάρτισή τους. Πηγή της αρετής είναι το να τύχει κανείς κατάλληλης παιδείας…

…Η ευγενική καταγωγή είναι καλή αλλά εξαρτάται από τους προγόνους. Ο πλούτος είναι πολύτιμος αλλά εξαρτάται από την τύχη -από αυτούς που τον κατείχαν έφυγε πολλές φορές και πήγε σε πολλούς που δεν τον περιμένανε. Ύστερα τον μεγάλο πλούτο σημαδεύουν οι κακούργοι κι οι συκοφάντες μιας κι οι χειρότεροι ακόμα μπορούν να γίνουν πλούσιοι. Η δόξα είναι σεβαστή αλλά αβέβαια. Η ομορφιά είναι περιμάχητη αλλά λιγόχρονη. Η υγεία είναι πολύτιμη μα ευμετάβλητη. Η σωματική δύναμη είναι ζηλευτή αλλά ακάλυπτη μπροστά στις αρρώστιες και τα γηρατειά –κι εκείνος που περηφανεύεται για τη σωματική του δύναμη ας στοχαστεί τη δύναμη των ζώων (των ταύρων, των λιονταριών, των ελεφάντων) του τον ξεπερνούν. Μονάχα η παιδεία απ’ τ’ ανθρώπινα είναι θεία και μένει αθάνατη, Δυο είναι τα σπουδαιότερα στην ανθρώπινη φύση: ο νους κι ο λόγος…

…Όσοι για τους σοφούς είναι απαράδεκτοι, για τον όχλο είναι ευχάριστοι. Όσοι καταφέρνουν στους όχλους να μιλούν χαριτωμένα κι αρεστά, οι λαοπλάνοι, γίνονται στη ζωή τους άσωτοι και φιλήδονοι…

…Με το ν’ αφήνεις τα παιδιά να λένε ό,τι θέλουν τα συνηθίζεις στην ματαιολογία και στην ανοητολογία…

…Επαινούν όσα έγιναν με ασφάλεια και μέθοδο αλλά θαυμάζουν όσα έγιναν με τον κίνδυνο της τόλμης. Την ίδια γνώμη έχω και για την ψυχική διάθεση. Ούτε θρασύς πρέπει να είναι κανείς, ούτε άτολμος και να σαστίζει γιατί το θράσος οδηγεί σε αναισχυντία και η δειλία καταντάει δουλικότητα. Η τέχνη είναι το ν’ ακολουθεί κανείς τον μέσο δρόμο, αυτό είναι το πιο όμορφο…

…Για τη φροντίδα του σώματος οι άνθρωποι βρήκαν τη γυμναστική και την ιατρική απ’ τις οποίες η μια φυλάγει τη δύναμη κι η άλλη την υγεία. Για τις αρρώστιες και τα πάθη της ψυχής είναι η φιλοσοφία. Μ’ αυτήν υπάρχει, μ’ αυτήν μαθαίνει ποιο είναι το ωραίο, ποιο το αισχρό, ποιο το δίκαιο και ποιο το άδικο…

…Το πιο μεγάλο απ’ όλα είναι να μη χαίρεσαι υπερβολικά στην ευτυχία, να μη λυπάσαι υπερβολικά στις συμφορές, ούτε στις ηδονές να καταντάς έκλυτος, ούτε στους θυμούς να γίνεσαι παράφορος και θηριώδης…

…Δεν είναι σωστό τη σωματική αγωγή να παραβλέπουν αλλά να στέλνουν τα παιδιά τους οι γονείς σε γυμναστές ώστε να εξασκηθούν για την ομορφιά των κορμιών τους και για να ‘χουν δύναμη. Το θεμέλιο των καλών γηρατειών είναι η σωματική υγεία στην παιδική ηλικία…

…Τα υπάρχοντα των νικημένων στις μάχες, είναι βραβεία πεσμένα μπροστά στα πόδια των νικητών. Δεν αντέχουνε στον πόλεμο όσοι ανατράφηκαν στον ήσκιο. Ένας εκπαιδευμένος στρατιώτης κάνει πέρα τις εχθρικές φάλαγγες…

…Πρέπει να καθοδηγούμε τα παιδιά με συμβουλές και με κατάλληλα λόγια κι όχι, μα το Δία, με κακοποιήσεις και ξυλοδαρμούς γιατί αυτά ταιριάζουν να γίνονται σε δούλους κι όχι σε ελεύθερους ανθρώπους…

…Και τα πολλά εγκώμια βλάπτουν, έτσι τα παιδιά περηφανεύονται, ξιπάζονται κι αποβλακώνονται…

…Με το να πιέζουν τα παιδιά τους σε όλα να πρωτεύουν, εκείνα καταλήγουν ν’ απηυδήσουν και χάνουν την όρεξη για μάθηση…

…Να δίνουμε χρόνο στα παιδιά μας ν’ αναπαύονται από την αδιάκοπη μάθηση, να μη ξεχνάμε πως η ζωή μοιράζεται στη δράση και την ανάπαυση…

…Κι απ’ τις αισχρολογίες ν’ αποτρέπουμε τους γιους γιατί «ο λόγος είναι σκιά του έργου» κατά το Δημόκριτο. Πρέπει να γίνουν κοινωνικοί κι ομιλητικοί γιατί τίποτε δεν είναι πιο αντιπαθητικό απ’ την απομονωτική συνήθεια. Τα παιδιά δεν θα ‘ναι αντιπαθητικά αν στις συζητήσεις τους δεν είναι απόλυτα και μονοκόμματα γιατί πρέπει κανείς να ξέρει να νικά αλλά και να ηττάται όταν το να νικά είναι βλαβερό…

…Το να συγκρατεί κανείς τη γλώσσα του ας μην το θεωρεί κανείς μικρό και τιποτένιο γιατί είναι σοφό να σωπαίνεις όταν χρειάζεται, όταν η σιωπή είναι καλύτερη από κάθε λόγο… Κανένας δε μετάνιωσε επειδή είχε σωπάσει όταν όλοι μιλούσαν. Ό,τι παρασιωπήθηκε είναι εύκολο να το πεις ό,τι ειπώθηκε όμως δεν μπορεί να παρασιωπηθεί. Χιλιάδες γνώρισα που έπεσαν σε συμφορές απ’ τν ακράτεια της γλώσσας τους…

…Θεωρείται άξιο σεβασμού όταν λένε την αλήθεια τα παιδιά γιατί είναι δουλοπρεπές το ψέμα και πρέπει να το μισούν οι άνθρωποι κι είναι ασυγχώρητο ακόμα κι όταν ψεύδονται δούλοι που έχουν κάποιο ήθος…

…Τα σφάλματα των παιδιών είναι μικρά κι επανορθώνονται εύκολα αλλά τα αδικήματα των εφήβων πολλές φορές καταντούν υπερβολικά κι ολέθρια. Ακράτεια στο φαγητό, κλοπή πατρικών χρημάτων, πιοτά και ζάρια, έρωτες και καταστροφές σπιτιών παντρεμένων γυναικών, αυτές τις ορμές πρέπει με απασχολήσεις να δεσμεύσουμε και ν’ αναχαιτίσουμε…

…Οι μυαλωμένοι πατέρες, σ’ αυτή την εποχή της εφηβείας των παιδιών τους, πρέπει πιο πολύ απ’ όλους να προσέχουν και να ‘ναι έτοιμοι να σωφρονίζουν τους νεαρούς, διδάσκοντας, φοβερίζοντας, παρακαλώντας, φέρνοντας για παράδειγμα εκείνους που καταστράφηκαν για τη φιληδονία τους κι εκείνους που για την υπομονή τους κατέκτησαν δόξα κι επαίνους. Δυο είναι τα στοιχεία που διατηρούν την αρετή: η ελπίδα της τιμής κι ο φόβος της τιμωρίας…

…Οι κόλακες, ράτσα μιαρή, υποκριτές στη φιλία, ξένοι στο θαρραλέο λόγο, γλύφτες των πλουσίων, αλαζόνες προς τους φτωχούς, σαν κάποια τέχνη γοητευτική να τους πηγαίνει προς τους νέους. Όταν γελούν αυτοί που τους ταΐζουν κι οι κόλακες ξελιγώνονται στα γέλια. Ψυχικά κατακάθια και ψεύτικοι σ’ όλη τους τη ζωή, ζουν από το γνέψιμο των ισχυρών, ελεύθεροι από τύχη, σκλάβοι από δική τους εκλογή. Όταν τους περιφρονείς κι ούτε καν τους βρίζεις τότε πιστεύουν πως έχουνε βριστεί. Έτσι επιβιώνουν άσκοπα και παρασιτικά…

…Οι πατεράδες να υπομένουν τα σφάλματα των νέων κι αν θυμώνουν γρήγορα να ξεθυμαίνουν γιατί ταιριάξει οξύθυμος να είναι ο πατέρας κι όχι βαρύθυμος. Είναι καλό κάποια από τα σφάλματα να κάνουν πως δεν τα βλέπουν. Φίλων μας σφάλματα τα συγχωρούμε και των παιδιών μας δεν θα συγχωρήσουμε; Πόσες φορές μεθυσμένους δούλους μας δεν τους ελέγξαμε.
Πότε σφίξε τα λουριά των νέων και πότε άφησέ τα χαλαρά και θύμωσε και συγχώρα.
Κάποτε σε ξεγέλασε; Κράτησε το θυμό σου. Κάποτε άρπαξε το αμάξι από το κτήμα σου κι ήρθε μεθυσμένος; Αγνόησέ τον. Αρώματα μυρίζει; Σώπαινε. Έτσι μονάχα τα νιάτα τα τρελά χειραγωγούνται…

…Και τους επιρρεπείς στις ηδονές και τους ανυπάκουους να τους τυλίξετε με γάμο που είναι της νεότητας ο σίγουρος δεσμός. Κι οι γυναίκες για τους γιούς σας να μην είναι ευγενέστερες και πλουσιότερες γιατί όσοι πολύ καλύτερές τους παίρνουν δεν είναι άντρες των γυναικών αλλά γίνονται δούλοι τους ασυναίσθητα…

…Πάνω απ’ όλα οι πατέρες να προσέχουν ν’ αποφεύγουνε τα σφάλματα και να προσφέρουν στα παιδιά τους ζωντανό παράδειγμα τους εαυτούς τους, ώστε σαν σε καθρέφτη να βλέπουν οι νέοι στη ζωή τους τη ζωή των γονιών τους μακριά από αισχρές πράξεις και λόγια. Κι όποιος τους νέους κατηγορεί που σφάλλουν κι ο ίδιος στα ίδια σφάλματα ξεπέφτει, στ’ όνομα των γιών του γίνεται κατήγορος του εαυτού του. Όσοι ζουν με φαύλο τρόπο ούτε τους δούλους τους δεν έχουν το θάρρος να ελέγξουν όχι μόνο τα παιδιά τους κι όπου οι γέροι είναι ξετσίπωτοι εκεί κι οι νέοι χιλιοξετσίπωτοι θα είναι…

ΑΡΧΕΙΟ -134- ΑΡΧΕΙΟ τ.1

Περιοδικό σε ηλεκτρονική μορφή
Κατεβάστε ελεύθερα το BLOG ΑΡΧΕΙΟ – Τεύχος 1 από ΕΔΩ

BLOG ΑΡΧΕΙΟ - Τεύχος 1

Κατεβάστε κι αποθηκεύστε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή σας τα θέματα της ιστοσελίδας BLOG ΑΡΧΕΙΟ από τον Απρίλιο 2007 έως τον Απρίλιο 2009
τα οποία θα βρείτε διαμορφωμένα για εκτύπωση, καταχωρημένα κατά θεματικές ενότητες, γραμμένα σε πολυτονική μορφή σε αρχείο PDF.

Θεματικές ενότητες:
*ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
*ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΛΝΕΥΜΑ
*ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ

ΑΡΧΕΙΟ -133- GIOVANNI GENTILE



(Castelvetrano, 30 Μαρτίου1875Firenze, 15 Απριλίου 1944)
Ήταν ένας από τους μεγάλους σύγχρονους Ιταλούς φιλοσόφους, θεωρητικός του Ιδεαλισμού και από τους βασικότερους θεμελιωτές της ιδεολογίας του Φασισμού. Ο Gentile ήταν εμπνευσμένος από Ιταλούς στοχαστές όπως Mazzini, Rosmini, Gioberti και Spaventa αλλά ήταν εξίσου έντονες οι επιρροές από τη γερμανική ιδεαλιστικές και υλιστικές σχολές σκέψης - και συγκεκριμένα του Karl Marx, Hegel, Fichte. Ο Friedrich Nietzsche τον επηρέασε σημαντικά κι ο επηρεασμός αυτός διαφαίνεται στο συνολικό έργο του για τη θεμελίωση της Φασιστικής θεωρίας.
Ζει την παιδική του ηλικία στο Campobello di Mazara, και φοιτά το σχολείο Ximenes στο Trapani. Το 1895 εγράφεται στη σχολή Scuola Normale Superiore di Pisa για να σπουδάσει Φιλοσοφία. Καθηγητές του είναι μεταξύ άλλων οι: Alessandro D'Ancona , Amedeo Crivellucci, Donato Jaia.
Κατείχε την έδρα της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Παλέρμο, από το 1907 έως το 1914, και αργότερα στο Πανεπισυήμιο της Πίζα. Λίγο αργότερα ο Gentile αρχίζει να εκδίδει τα σημαντικά έργα του: The Theory of Mind as Pure Act (1916) και το Logic as Theory of Knowledge (1917). Στα έργα αυτά ο Gentile διατύπωσε την ιδέα που αποκάλεσε Πραγματικό Ιδεαλισμό «Actualism».
Ήταν υπουργός Δημόσιας Εκπαίδευσης το 1923 στη φασιστική κυβέρνηση του Μουσολίνι. Έμεινε στην πολιτική ιστορία της Ιταλίας για την εφαρμογή σαρωτικής μεταρρύθμισης του ιταλικού συστήματος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που αναφέρονταν ως "Riforma Gentile", η οποία είχε μια βαθιά και μακροχρόνια επίδραση στην ιταλική εκπαίδευση. Θεωρούσε την παιδεία σαν τον σημαντικότερο παράγοντα υποδομής της ιδανικής πολιτείας. Διακήρυσσε ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν πραγματικοί μαθητές εκεί όπου υστερούν οι δάσκαλοι. Ο κύριος σκοπός του ήταν να χορηγήσει μεγάλη αυτονομία στους δασκάλους και να τονίσει τη σπουδαιότητα της φιλοσοφίας. Η θρησκεία θα εδιδάσκετο μόνο σε σχολεία στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, χρησιμεύοντας σαν η πρώτη επαφή με την απλή φιλοσοφία για τους νεαρούς μαθητές, οι οποίοι στη συνέχεια θα διδάσκονταν φιλοσοφία αντί της θρησκείας στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης.
Έγραψε Το Μανιφέστο Φασιστών Διανοουμένων (Manifesto degli Intellettuali del Fascismo) κατά τη διάρκεια της «Διάσκεψης για τον Πολιτισμό στο Φασισμό», που πραγματοποιήθηκε στη Μπολόνια της Ιταλίας, για την 29η Μαρτίου και 30η του 1925 και βασίζεται σε μια διάλεξή του κατά τη διάρκεια της συνόδου «Ελευθερία και Φιλελευθερισμός».
Τη «Διάσκεψη για τον Πολιτισμό στο Φασισμό» παρακολούθησαν πάνω από 400 διανοούμενοι. Το μανιφέστο επιδίωκε να σκιαγραφήσει τις πολιτικές και ιδεολογικές βάσεις του φασισμού και αρχικά δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Il Mondo και έπειτα από σχεδόν όλες τις ιταλικές εφημερίδες στις 21 Απριλίου 1925.
Πολλές σημαντικές προσωπικότητες υπέγραψαν το μανιφέστο, μεταξύ των οποίων οι : Luigi Barzini, Salvatore Di Giacomo, Luigi Federzoni, Giovanni Gentile, Curzio Malaparte, Filippo Tommaso Marinetti, Alfredo Panzini, Salvatore Pincherle, Luigi Pirandello, Ildebrando Pizzetti, Vittorio G. Rossi, Margherita Sarfatti, Ardengo Soffici, Giuseppe Ungaretti κλπ

Από τον ίδιο τον Μουσολίνι περιγράφεται ως «ο φιλόσοφος του Φασισμού» Για πρώτη φορά εμφανίστηκε το 1932 στην ιταλική Εγκυκλοπαίδεια (η οποία τροποποιήθηκε από τον Gentile) η έννοια του Φασισμού όπου περιγράφονται τα κυριότερα χαρακτηριστικά της ιδεολογίας: συντεχνιακό κράτος, κατάργηση του κοινοβουλευτικού συστήματος, οικονομική αυτάρκεια κλπ
Ο Gentile εκτός από Υπουργός Παιδείας ήταν και μέλος του Μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου. Έμεινε πιστός στον Μουσολίνι μετά την ίδρυση της Δημοκρατίας του Salò και αποδέχθηκε τον διορισμό του στην κυβέρνηση. Το 1944 δολοφονήθηκε από μια ομάδα κομμουνιστών ανταρτών υπό την ηγεσία του Bruno Fanciullacci, ενώ επέστρεφε από τη Νομαρχία της Φλωρεντίας, όπου είχε ταχθεί υπέρ της απελευθέρωσης των αντιφασιστών διανοούμενων!
Έργα του:

Γενικά φιλοσοφικά
L'atto del pensare come atto puro (1912)
La riforma della dialettica hegeliana (1913)
La filosofia della guerra (1914)
La teoria generale dello spirito come atto puro (1916)
I fondamenti della filosofia del diritto (1916)
Sistema di logica come teoria del conoscere (1917-1922)
Guerra e fede (1919, raccolta di articoli scritti durante la guerra)
Dopo la vittoria (1920, raccolta di articoli scritti durante la guerra)
Discorsi di religione (1920)
Il modernismo e i rapporti tra religione e filosofia (1921)
Frammenti di storia della filosofia (1926)
La filosofia dell'arte (1931)
Introduzione alla filosofia (1933)
Genesi e struttura della società (postumo 1946)
Ιστορικά
Delle commedie di Antonfrancesco Grazzini detto il Lasca (1895)
Rosmini e Gioberti (1898, tesi di laurea)
La filosofia di Marx (1899)
Dal Genovesi al Galluppi (1903)
Bernardino Telesio (1911)
Studi vichiani (1914)
Le origini della filosofia contemporanea in Italia (1917-1923)
Il tramonto della cultura siciliana (1918)
Giordano Bruno e il pensiero del Rinascimento (1920)
Frammenti di estetica e letteratura (1921)
La cultura piemontese (1922)
Gino Capponi e la cultura toscana del secolo XIX (1922)
Studi sul Rinascimento (1923)
I profeti del Risorgimento italiano: Mazzini e Gioberti (1923)
Bertrando Spaventa (1924)
Manzoni e Leopardi (1928)
Economia ed etica (1934)
Παιδαγωγικά
L'insegnamento della filosofia nei licei (1900)
Scuola e filosofia (1908)
Sommario di pedagogia come scienza filosofica (1912)
I problemi della scolastica e il pensiero italiano (1913)
Il problema scolastico del dopoguerra (1919)
La riforma dell'educazione (1920)
Educazione e scuola laica (1921)
La nuova scuola media (1925)
La riforma della scuola in Italia (1932)
Για το Φασισμό
Manifesto degli intellettuali del fascismo (1925)
Che cos'è il fascismo (1925)
Fascismo e cultura (1928)
Origini e dottrina del fascismo (1929)
La mia religione (1943, discorso tenuto a Firenze)
Discorso agli Italiani (1943), discorso tenuto a Roma)

Σχετικά με τον Giovanni Gentile:
http://biblio.adm.unipi.it:8081/archiviofoto/entity.jsp?entity=Gentile%20Giovanni
http://en.wikipedia.org/wiki/Giovanni_Gentile

ΑΡΧΕΙΟ -132- ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΑΦΙΣΣΑ 31


ΑΡΧΕΙΟ -131- PATRIA


ΑΡΧΕΙΟ -130- ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΑΦΙΣΣΑ 30


ΑΡΧΕΙΟ -129- ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ – ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ' ίσιοι σ' όλες των τές πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ' ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

ΑΡΧΕΙΟ -128- ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ